Του Γιώργου Λακόπουλου 

Συχνά – πυκνά ακούγεται από την κυβερνητική πλευρά ότι πλησιάζει η στιγμή για άρση των capital controls. Ακόμη και ο Πρωθυπουργός έχει λάβει μέρος σ’ αυτή την εκστρατεία καλλιέργειας προσδοκιών. Αν τα παίρναμε τοις μετρητοίς οι κεφαλαιακοί έλεγχοι θα έπρεπε να αποτελούν παρελθόν από τις αρχές του 2016. Τώρα η κυβερνητική ρητορική μεταθέτει τη λήξη για το τέλος του…

Είναι μια εκτίμηση που κινείται ανάμεσα στην κυβερνητική προπαγάνδα και την παραπληροφόρηση. Σε κάθε περίπτωση είναι φρούδες ελπίδες. Γι’ αυτό φυσικά μόνο οι τράπεζες δεν ευθύνονται. Μετά την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση βελτίωσαν τα αποθεματικά και τη ρευστότητά τους και οι διοικήσεις τους διαχειρίζονται αξιόπιστα τα χαρτοφυλάκιά τους. Απλώς τα cαpital controls δεν είναι τραπεζική, αλλά πολιτική υπόθεση.

Δεν τα επέβαλαν ούτε οι δανειστές όπως ισχυρίζεται –ακόμη– η κυβέρνηση. Ούτε οι τράπεζες φυσικά. Τα επέβαλε η κυβερνητική πολιτική και για την ακρίβεια η αιφνίδια απόφαση Τσίπρα για το Δημοψήφισμα του Ιουλίου, με την κατεπείγουσα διαδικασία των πέντε ημερών.

Λογικό ήταν ότι οι συνθήκες αβεβαιότητας που δημιούργησε αυτή η πολιτική επιλογή θα έστελνε τους καταθέτες στις θυρίδες. Ο έλεγχος των αναλήψεων επιβλήθηκε για να μην αδειάσουν οι τράπεζες.

Πρόκειται λοιπόν για ένα παιχνίδι εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους πολίτες. Όσο αυτή η εμπιστοσύνη δεν αποκαθιστάται, αν αρθούν οι περιορισμοί οι καταθέτες θα σπεύσουν να αποσύρουν ότι δεν είχαν ήδη αποσύρει πριν επιβληθεί ο έλεγχος.

Είναι τόσο απλό. Ούτε οι δανειστές ούτε οι διοικήσεις των τραπεζών μπορούν να κάνουν κάτι. Πρόκειται για μια σχέση που δεν σηκώνει διαμεσολάβηση.

Αν λοιπόν λάβουμε υπόψη ότι τα πολλά τραύματα που έχει προκαλέσει μόνη της η κυβέρνηση στην αξιοπιστία της έναντι της κοινωνίας, τότε το ερώτημα “πότε θα αρθούν τα capital controls;” έχει ως ασφαλέστερη απάντηση: μπορεί και ποτέ. Και πάντως όχι όσο διαρκεί αυτή η κρίση εμπιστοσύνης.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι είναι σωστή η επιδίωξη για άμεση κυβερνητική αλλαγή, επειδή αν συμβεί αυτομάτως θα ακυρώσει προβληματισμούς και τη διστακτικότητα, ή τους φόβους των καταθέτων. Κάθε άλλο. Πρώτα γιατί το πρόβλημα της εμπιστοσύνης συμπεριλαμβάνει ολόκληρο το πολικό σύστημα και δεν περιορίζεται μηχανικά με αλλαγή κυβέρνησης. Ύστερα γιατί η αλλαγή προϋποθέτει εκλογές και οι εκλογές δημιουργούν νέες αβεβαιότητες, που μπορεί να παραταθούν με το αποτέλεσμα.

Συμπέρασμα; Τα capital controls είναι το σήμα κατατεθέν του κενού ανάμεσα στην κοινωνία και την κυβερνητική πρακτική. Αντί ο Πρωθυπουργός να επιδίδεται σε διαδοχικές μεταθέσεις της άρσης των ελέγχων στις αναλήψεις, θα μπορούσε να την επιταχύνει πραγματικά ενισχύοντας την αξιοπιστία του με έναν από τρόπο: να μιλήσει με ειλικρίνεια -σ’ αυτό το θέμα τουλάχιστον. Αν μη τι άλλο γιατί όπως έλεγε παλιός επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Ντόναλντ Ρηγκαν:“‘Οταν όλα τα άλλα αποτύχουν, πες την αλήθεια”.