της Asli Aydintasbas

Έτσι έμοιαζε το τέλος του 2015 για την Τουρκία: η Άγκυρα δεν είχε πρεσβευτές στην Συρία, στο Ισραήλ, στην Αίγυπτο. Έπρεπε να ανακαλέσει τους απεσταλμένους της από τη Μόσχα και το Ιράκ σε διάφορες περιπτώσεις, λόγω των διμερών εντάσεων. Δεν μπορούσε να στείλει πλοία στην Μαύρη Θάλασσα ή αεροπλάνα στα σύνορα με την Συρία από φόβο για ρωσικά αντίποινα. Είχε μια χλιαρή σχέση με το Ιράν σε ό,τι αφορά τον πόλεμο στη Συρία. Καμία σχέση με την Αρμενία. Και μια όλο και πιο δύσκολη σχέση τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό έπρεπε να αλλάξει.

Υπήρχαν πολλοί άλλοι παράγοντες που συνέβαλαν στην απομόνωση της Τουρκίας στην δική της περιοχή κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών -δηλαδή η διάχυση της σύγκρουσης της Συρίας, οι σεχταριστικές εντάσεις στην περιοχή, μια αντανάκλαση της εγχώριας πόλωσης της Τουρκίας και μιας περιφερειακής αντίδρασης στην αυξανόμενή της πεποίθηση μετά από την Αραβική Άνοιξη. Αλλά με την κουρδική εξέγερση να διογκώνεται στο εσωτερικό, και με τις ΗΠΑ και την ρωσική στήριξη των κουρδικών δυνάμεων στα νότια σύνορα της Τουρκίας με την Συρία, μια αναμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής το 2016 και μια ανανέωση των δεσμών της με πρώην συμμάχους, έμοιαζε ως μια αναπόφευκτη στρατηγική επιταγή.

Και έτσι συνέβη σχεδόν από το πουθενά μια μέρα. Η Τουρκία ανακοίνωσε την ομαλοποίηση με τους βασικούς περιφερειακούς παίκτες, μέσα σε ώρες σχεδόν την μία με την άλλη -συμπιεσμένα όλα στις τελευταίες ημέρες του Ιουνίου.

Με πιο γρήγορο ρυθμό από ό,τι έλαβε χώρα ο εκτροχιασμός των σχέσεων με την Ρωσία μετά από την κατάρριψη του μαχητικού της αεροσκάφους τον περασμένο Νοέμβριο, η Τουρκία και η Ρωσία επανεκκίνησαν τους δεσμούς εν ριπή οφθαλμού αυτή την εβδομάδα, μετά από την επιστολή συγνώμης του Τούρκου προέδρου Recep Tayyip Erdogan προς τον Ρώσο πρόεδρο Vladimir Putin.

Ο Erdogan φέρεται να έστειλε δύο επιστολές στον Ρώσο ηγέτη τον Ιούνιο, εκφράζοντας την λύπη του για το περιστατικό του Νοεμβρίου, προσφέροντας να πληρώσει αποζημίωση στην οικογένεια του εκλιπόντος πιλότου, και υπογραμμίζοντας ότι η αναστολή των σχέσεων είχε ως αποτέλεσμα τεράστιο κόστος και για τις δύο χώρες. Για την Τουρκία, αυτό το κόστος ήταν οικονομικό όσο και στρατηγικό, όπως διαμαρτύρονται οι Τούρκοι αξιωματούχοι για μήνες. Η απώλεια σχεδόν 4 εκατ. Ρώσων τουριστών είχε παραλύσει την ήδη παραπαίουσα βιομηχανία τουρισμού της Τουρκίας και η ρωσική επιθετική παρουσία στην Συρία, έπληξε την ικανότητά της να μετακινείται στα δικά της σύνορα. Τους τελευταίους μήνες, οι Τούρκοι αξιωματούχοι έψαχναν τρόπους να δοθεί τέλος σε αυτή την εχθρότητα. Η έκπληξη δεν ήταν η έκκληση της Άγκυρας, αλλά ότι δόθηκε το πράσινο φώς από τον Putin.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Εκτός από την Ρωσία, η Άγκυρα ανακοίνωσε επίσης την περασμένη εβδομάδα ότι οι μήνες επίπονων διαπραγματεύσεων με το Ισραήλ για την εξομάλυνση των σχέσεων, που είχαν στρεβλωθεί αφότου το Ισραήλ επιτέθηκε σε έναν τουρκικό στολίσκο προς τη Γάζα το 2010, τελικά απέφεραν καρπούς. Οι δύο χώρες ανακοίνωσαν ότι επιτεύχθηκε μια συμφωνία για την εξομάλυνση των σχέσεων στις 27 Ιουνίου, λίγες μόνο ώρες πριν από μία παρόμοια ανακοίνωση για την Ρωσία.

Η συμφωνία μεταξύ της Τουρκίας και του Ισραήλ, περιλαμβάνει και την καταβολή υψηλής αποζημίωσης (20 εκατ. δολαρίων) από την πλευρά των Ισραηλινών στις οικογένειες των εννέα Τούρκων πολιτών που σκοτώθηκαν στην επίθεση. Επίσης, η Τουρκία θα άρει τις κατηγορίες εναντίον Ισραηλινών αξιωματούχων που ενεπλάκησαν στην επιδρομή και θα επιτραπεί στην Άγκυρα να στείλει βοήθεια στην Γάζα μέσω του Λιμανιού Ashdod στο Ισραήλ. Μετά από χρόνια πικρίας, αυτό είναι ένα πικρό χάπι που θα καταπιεί τόσο ο  Erdogan όσο και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Benjamin Netanyahu, και υπάρχουν ήδη αντιδράσεις από ισλαμιστικούς κύκλους στην Τουρκία για τον συμβιβασμό του Erdogan σχετικά με το μακρόχρονο αίτημά του για άρση του αποκλεισμού της Γάζας από το Ισραήλ. Αλλά η τουρκική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να προχωρήσει και να περάσει την συμφωνία από το Κοινοβούλιο πριν από τις θερινές διακοπές του Αυγούστου. Αυτό θα επιτρέψει στις δύο χώρες να ανταλλάξουν πρεσνευτές μετά από μια διακοπή έξι ετών.

Τούρκοι αξιωματούχοι άφησαν επίσης να εννοηθεί τις τελευταίες ημέρες ότι οι οικονομικοί δεσμοί με την Αίγυπτο -που ανεστάλησαν μετά από την διακοπή των σχέσεων ύστερα από το πραξικόπημα το 2013 και από την σκληρή στάση που τήρησε ο Erdogan έναντι του Abdel Fatah el-Sisi- θα μπορούσαν να ξεκινήσουν σύντομα. Μετά από συνεχόμενες εκλογές, η στήριξη της Αγκύρας για την αιγυπτιακή μουσουλμανική αδελφότητα και τον φυλακισμένο της ηγέτη Muhammad Morsi, ήταν μια ακλόνητη προεκλογική υπόσχεση, με τον πρόεδρο Erdogan να κάνει σε κάθε προεκλογική συγκέντρωση το σχήμα με τα 4 δάχτυλα του χεριού, που συμβολίζει την οργή για την σφαγή των οπαδών του Morsi στην Rabia Square μετά από το πραξικόπημα. Αλλά με απαίτηση ενός εκ των βασικών της συμμάχων, της Σαουδικής Αραβίας, και ως στρατηγική ανάγκη να δώσει τέλος στην περιφερειακή απομόνωση, η Άγκυρα συμφώνησε σε μια διαδικασία σταδιακής εξομάλυνσης με το καθεστώς στο Κάιρο.

Σαν να μην ήταν έκπληξη όλα αυτά, ο Mevlut Cavusoglu, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, φέρεται να δήλωσε ότι η Άγκυρα και η Μόσχα θα πρέπει να εργαστούν από κοινού για μια πολιτική λύση στην Συρία, μετά από μια συνάντηση με τον Ρώσο ομόλογό του, Sergei Lavrov, στην πόλη Σότσι της Μαύρης Θάλασσας πριν από λίγες ημέρες. Αυτή η δήλωση υποδηλώνει ότι η Τουρκία μαλακώνει επίσης την μακροχρόνια θέση της ότι η ειρήνη στην Συρία απαιτεί αλλαγή καθεστώτος στην Δαμασκό. ενώ είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε για εξομάλυνση των σχέσεων με το καθεστώς Assad, οι παρατηρητές έχουν επισημάνει ότι ο Τούρκος πρόεδρος δεν μιλά πλέον για το κακό του Bashar Al-Assad ή του συριακού καθεστώτος στις ομιλίες του- ούτε θέτει όρους για μια μελλοντική διευθέτηση στην Συρία. Αντί για αλλαγή του καθεστώτος, η Άγκυρα φαίνεται να εστιάζει στον πιο μετριοπαθή στόχο της ανατροπής των κουρδικών νικών στη Βόρεια Συρία και στο σφράγισμα των συνόρων της από μια μεγάλη περιοχή που ελέγχεται από την ISIS.

Κατά ειρωνικό τρόπο, η προσπάθεια της Τουρκίας να επιστρέψει στην πολιτική “μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες” -το σήμα κατατεθέν της περιφερειακής προοπτικής του κυβερνώντος ΑΚΡ στις αρχές του- λαμβάνει χώρα μετά από την αποχώρηση του πρωθυπουργού Ahmet Davutolgu -που χρόνια θεωρούνταν ως ο αρχιτέκτονας της πολιτικής. “Όλα αυτά έπρεπε να γίνουν σε κάθε περίπτωση”, αναφέρει πρώην σύμβουλος του Davutoglu, αν και στους κύκλους του ΑΚΡ, ο πρώην πρωθυπουργός έχει γίνει πλέον ένας βολικός αποδιοπομπαίος τράγος για τις αποτυχίες της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας.

“Θα αυξήσουμε τους φίλους μας και θα μειώσουμε τους εχθρούς μας”, ανακοίνωσε ο νέος πρωθυπουργός της Τουρκίας, Binali Yildirim, στην πρώτη του ομιλία στο τουρκικό κοινοβούλιο στα τέλη Μαΐου. Αυτό ίσως να μην φαίνεται μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή “βαθιά” εικόνα γνώσης της εξωτερικής πολιτικής, αλλά παρόλα αυτά αποτελεί κάτι σαν αναχώρηση από την πρόσφατη τακτική της Τουρκίας.

Τα πράγματα έχουν προχωρήσει γρήγορα από τότε. Αυτές τις ημέρες το επίκεντρο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής δεν είναι πλέον η κυβέρνηση αλλά η προεδρία. Ωστόσο, η άνετη σχέση του Yildirim με τον Erdogan, ο πραγματισμός του και η συνεχιζόμενη δημοτικότητα του Τούρκου προέδρου στην συντηρητική του βάση, όλα συμβάλουν σε μια πιο ομαλή ανατροπή των πολιτικών που έχουν αφήσει αβοήθητη την Τουρκία και στριμωγμένη σε μια περιοχή σε αναταραχή.

Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: http://www.ecfr.eu/article/commentary_the_amazing_speed_of_turkeys_foreign_policy_u_turn_7070