Η κρίση μάς θύμωσε και εκλέξαμε δευτεράντζες

19.01.2015 06:38
o ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ «ΖΩΓΡΑΦΙΖΕΙ» ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

«Πάντα με απασχολούσαν τα μολύβια και οι μπογιές, όμως τώρα βρήκα μία επιπλέον λυτρωτική φλέβα για το τελευταίο τέταρτο της ζωής μου.

Οι μυρωδιές της Πόλης «ερέθισαν» τον Γιάννη Ξανθούλη και έγιναν η αφορμή να αρχίσει να ζωγραφίζει. «Παρωδώντας τον εικαστικό εαυτόν μου ζωγραφίζω, για μένα πρωτίστως, θέματα οριεντάλ ή και άλλα αντίστοιχα αγχολυτικά», λέει ο συγγραφέας.

Παρωδώντας τον εικαστικό εαυτόν μου ζωγραφίζω, για μένα πρωτίστως, θέματα οριεντάλ ή και άλλα αντίστοιχα αγχολυτικά». Ετσι ανάλαφρα, λες και σχεδόν να μη συμβαίνει τίποτα, αναφέρεται στα έργα ζωγραφικής του, αναγνωρίζοντας, ωστόσο, ότι η ενασχόλησή του με τη ζωγραφική τού «προσφέρει μία συμπαθητική ασυδοσία αφού δεν έχω λόγο να εξηγήσω τίποτα για την ώρα […] Οι λέξεις συχνά είναι σαν κομμάτια σάρκας που στέλνονται για βιοψία», επιμένει. Και φυσικά ξαναγράφει. Και επανεκδίδεται βέβαια. Και, φυσικά, μιλά για όλα στο «Εθνος της Κυριακής».

Από «Το καλοκαίρι που χάθηκε στον χειμώνα» (1984) μέχρι τον «Γιο του δάσκαλου», την «Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων», «Το πεθαμένο λικέρ» και τον «Τούρκο στην κήπο» (2014) από τη Διόπτρα πια, τι άλλαξε, κύριε Ξανθούλη, και τι παραμένει το ίδιο;

Στη ζωή μου προστέθηκαν άλλα περίπου τριάντα χρόνια με απώλειες και κέρδη. Ηθικά κέρδη με την έννοια ότι διεκδίκησα καλύτερα την αυτογνωσία μαζί με όλες τις μελαγχολικές ή κι ευχάριστες παραμέτρους της. Κυρίως εξασκήθηκα στο να μην εντυπωσιάζομαι από το προφανές. Κατά τα άλλα είμαι ίδιος.

Κυκλοφόρησε το βιβλίο σας «Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων» με καινούργια κεφάλαια και με τη μεγάλη έκπληξη από τις ζωγραφιές σας. Προσφάτως, επανακυκλοφορούν «Το πεθαμένο λικέρ» και «Ο Τούρκος στον κήπο». Τα ίδια βιβλία όταν ξαναβγαίνουν και τα διαβάζουμε είναι πια άλλα;

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων», που επανακυκλοφορεί από τη «Διόπτρα».

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων», που επανακυκλοφορεί από τη «Διόπτρα».

Η «Κωνσταντινούπολη» έγινε αφορμή, μια και θίξατε το θέμα, να αρχίσω να ζωγραφίζω επιμελώς αυτήν τη φορά. Πάντα με απασχολούσαν τα μολύβια και οι μπογιές, όμως τώρα βρήκα επιπλέον μια λυτρωτική φλέβα για το τελευταίο τέταρτο της ζωής μου. Παρωδώντας τον εικαστικό εαυτόν μου ζωγραφίζω, για μένα πρωτίστως, θέματα οριεντάλ ή και άλλα αντίστοιχα αγχολυτικά. Οσο για παλαιότερα βιβλία, που έγραψα με συνθήκες που δεν πολυθυμάμαι, προτιμώ να λέω πως τα διαβάζω με διαφορετικό πλέον φωτισμό. Κάτι που αφορά και αναγνώσεις έργων άλλων συγγραφέων.

Τι σας δίνει, δηλαδή, η ζωγραφική που δεν σας προσφέρει το γράψιμο;

Μου προσφέρει μία συμπαθητική ασυδοσία, αφού δεν έχω λόγο να εξηγήσω τίποτα για την ώρα. Αργότερα, αν πολιτογραφηθώ συνάδελφος του Βαν Γκογκ ή του Κινγκ Κονγκ, πιθανόν να ζοριστούν τα πράγματα. Το γράψιμο απλώς είναι επώδυνο. Οι λέξεις συχνά είναι σαν κομμάτια σάρκας που στέλνονται για βιοψία…

Η κρίση μάς θύμωσε και εκλέξαμε δευτεράντζες

Η Κυψέλη της δεκαετίας του ’50 που συναντάμε στο «Πεθαμένο λικέρ» ποια σχέση έχει με την Κυψέλη του 2015; Η Αθήνα που πρωτοαγαπήσατε με την Αθήνα στην οποία τώρα ζείτε;

Εδώ και πολλά χρόνια δεν ζω πια στην Κυψέλη. Ζω πιο κεντρικά, πέριξ του Λυκαβηττού, δηλαδή σταθερά «εντός των τειχών», όπως θα έλεγε κι ο Βασιλικός. Ομως εξακολουθώ να είμαι περιπατητικός και παρατηρητής μίας Αθήνας, που ελάχιστα θυμίζει εκείνη της νεότητάς μου. Η Κυψέλη έγινε κι αυτή κυψέλη ανάγκης για το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα, που άλλαξε τους κώδικες της Αθήνας. Μία απλή βόλτα πείθει ότι άλλαξαν πολλά από τον καιρό του «Πεθαμένου λικέρ» και τη μυθολογία της Φωκίωνος Νέγρη.

Η κρίση μάς θύμωσε και εκλέξαμε δευτεράντζες

Η πρώτη εικόνα που θυμάστε όταν πρωτοήρθατε στην Αθήνα;

Τα σουτζούκια και τα σαλάμια κρεμασμένα στη Βαρβάκειο Αγορά. Εμενα σε ένα ανατριχιαστικό ξενοδοχείο, που ακόμη βρίσκεται στη θέση του. Ααα… ναι, κι ένα καλάθι με φρέζες, που ως λουλούδι, ως υπερβόρειος, αγνοούσα. Ετσι συνέδεσα τις φρέζες με τον ερχομό μου σε μία πόλη που με υιοθέτησε απόλυτα και την ευγνωμονώ, όσο κι αν τη βρίσκω κακοπαθημένη. Μιλώ για την Αθήνα του ιστορικού κέντρου κι όχι για τους πέριξ μαχαλάδες.

Η τελευταία εικόνα μέχρι σήμερα από αυτήν;

Η εικόνα που βλέπουμε όλοι. Καταστροφή και πού και πού μικρές αναστάσεις… για να ελπίζουμε. Επίσης, και το τονίζω, στα χρόνια που μεσολάβησαν οι δημοτικοί μας άρχοντες φρόντισαν να καταργήσουν 40 τουαλέτες από το Κέντρο. Ετσι ερμηνεύεται η δυσωδία. Πίσω ακριβώς από το άγαλμα του Κάνινγκ, στην ομώνυμη πλατεία, παίζεται? μεγάλο δράμα ελεύθερης αφόδευσης ως λύση απελπισίας. Περάστε και καμαρώστε.

Αλήθεια, έχετε εντοπίσει τις συγγραφικές εμμονές σας;

Φυσικά. Οι εμμονές με χαρακτηρίζουν, έστω κι αν παίρνονται για αδυναμίες. Η πιο κινητήρια εμμονή είναι να πιστέψω στην ιστορία μου, να φανατιστώ με το θέμα, τις λέξεις, τις επουσιώδεις λεπτομέρειες, το κλίμα και ειδικά τις ενοχές των ηρώων. Και πάνω από όλα να σαμποτάρω τον ίδιο μου τον εαυτό. Γι’ αυτό το πρώτο πράγμα που ρωτώ τη σύζυγό μου, όταν διαβάζει τα πρώτα κείμενα, είναι «γέλασες καθόλου;».

Οσον αφορά τον τρόπο γραφής και ζωής, έπαιξε κάποιον ρόλο η κρίση;

Οχι, αρκούμαι στις δικές μου κρίσεις, που είναι αρκετά πολύπλοκες. Η διάσημη «κρίση», που έως ένα σημείο είναι προϊόν της απύθμενης ανικανότητας των ηλίθιων πολιτικών, δεν με αφορά συγγραφικά. Στον «Γιο του δάσκαλου» έχω κάποιες περιγραφές της μιζέριας της Αθήνας. Μιζέρια σαν παράγωγο της αθλιότητας, που λέγεται «κρίση». Για μένα η «κρίση» αποθεώνεται στο ελληνικό Κοινοβούλιο. Και ακολουθούν όλα τα άλλα με το γερμανικό άλλοθι, τους δανεισμούς και τα μνημόνια.

Μας άλλαξε η κρίση, κ. Ξανθούλη;

Μας θύμωσε και εκλέξαμε αυτές τις φάτσες που ξέρετε. Αλλαξε την ήδη διαταραγμένη αισθητική μας και καταφύγαμε σε αυτές τις δευτεράντζες. Ο θυμός, όμως, ανέκαθεν ήταν το βασικό μας κριτήριο για την εκλογή των «αρχόντων».

Τι χάθηκε με την κρίση πια ανεπιστρεπτί και τι βρήκαμε που αλλιώς δεν θα βρίσκαμε;

Προτού ενσκήψει η «κρίση» είχα γράψει ένα κείμενο στην «Ελευθεροτυπία» με τίτλο «Επιτέλους φτωχοί», που συνεχίζει να κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο. Πίστευα πως η λιτότητα (εξ απαλών) θα μας επέστρεφε στις αξίες των παλιών αναγνωστικών. Αποδείχτηκα βλακωδώς ρομαντικός.

Η κρίση, δηλαδή, μας έκανε χειρότερους;

Η κρίση δεν μας έκανε καλύτερους. Ο θυμός μας περιστρέφεται βασικά γύρω από την αναγκαστική αλλαγή των συνηθειών μας. Παρήγορο πάντως που κάποιοι νέοι επέστρεψαν στην καλλιέργεια της γης στα χωριά τους, στην υγεία της χειρωνακτικής εργασίας…

Τι θεωρείτε σήμερα γενναιότητα; Και τι «επαναστατικό»;

Γενναιότητα στην τωρινή Ελλάδα είναι να παλέψεις για να διασώσεις την αξιοπρέπειά σου κι όσο για «επαναστατικότητα» μάλλον δεν τη συσχετίζω με συλλογή από καλάσνικοφ και πυροτεχνήματα, αλλά με μια αναπάντεχη υπέρβαση του αυτονόητου. Δυστυχώς, όμως, στη χώρα μας το αυτονόητο παίρνεται για επίτευγμα.

Στις 25 έχουμε εκλογές. Είστε αισιόδοξος ή απαισιόδοξος;

Πόσο αισιόδοξος να είμαι όταν ως χώρα ανήκουμε στην Ευρώπη, στα Βαλκάνια, στον ευρωπαϊκό Νότο, πιστεύουμε στα θαύματα, στην αστρολογία, στις «εικόνες που δακρύζουν», στη βλακωδέστατη ρήση «Του Ελληνα ο τράχηλος ζυγόν δεν υπομένει» και συγγενεύουμε τραγικά με το πολιτικό ήθος της Παραγουάης;

«Υπήρχε μόνο η μισοσβησμένη φήμη μίας παραγράφου της επίσημης Ιστορίας» («Ο Τούρκος στον κήπο»), πόσο μπορεί να αντισταθεί η προσωπική ιστορία στην επίσημη Ιστορία;

Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά κι η «επίσημη ιστορία» σε μεγάλο βαθμό είναι ένα επεξεργασμένο μόρφωμα προσωπικών ιστοριών. Κάποιες φορές διακριτό.

Συγγραφικές οδηγίες επιβίωσης σε καιρούς κρίσης;

Μην υποτιμάτε τα παραμύθια, αντισταθείτε στο παραμύθιασμα.

Μία ευχή, κ. Ξανθούλη;

Να μιλάμε πρόσωπο με πρόσωπο κι όχι κινητό με κινητό και να καταλάβουμε πως η δημοφιλής τεχνολογία γίνεται όλο και πιο δυναμικά η πυραμίδα της μοναξιάς μας.

Ελένη Γκίκα





Shortlink:

Contact us | About us | Terms & conditions | Privacy policy
Mikrometoxos 2014