“αρκετοί αναλυτές συμφώνησαν πως τα αποτελέσματα των συνομιλιών ήταν μια ταπεινωτική ήττα της Ελλάδας”
Δεν ακολούθησαν λεπτομέρειες, οι αναλυτές ήταν ανώνυμοι, και οι εργασιακές τους διασυνδέσεις δεν δηλώθηκαν – παρότι πιο κάτω στο κείμενο παρατέθηκαν τα λόγια δύο άλλων και αμφότεροι εργάζονταν για τράπεζες. Πολλά παρόμοια παραδείγματα μπορούμε να δούμε και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Ο New Yorker είναι άλλο θέμα. Είναι ένα ανεξάρτητο περιοδικό με υψηλό κύρος και γράφεται για ένα αποστασιοποιημένο κοινό. Και ο John Cassidy είναι ένας αναλυτικός ρεπόρτερ. Οι αναγνώστες τον παίρνουν σοβαρά και όταν κάτι πιάνει λάθος, έχει σημασία. Η ανάλυση του Cassidy εμφανίζεται υπό τον τίτλο “Πώς η Ελλάδα νικήθηκε στους ελιγμούς” και η αρχική του παράγραφος ξεκινά με την ακόλουθη πρόταση:

Η νέα αριστερή Ελληνική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, έλεγε σε όλους, επί εβδομάδες πως δεν θα μπορούσε να συμφωνήσει στην παράταση του προγράμματος διάσωσης και πως επιθυμούσε μια νέα δανειακή σύμβαση που θα έλυνε τα χέρια της. Αυτό κάνει την συμφωνία, συνθηκολόγηση για τον ΣΥΡΙΖΑ και νίκη για την Γερμανία και το υπόλοιπο κατεστημένο της ΕΕ

Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε ποτέ καμία πιθανότητα δανειακής σύμβασης που θα έλυνε τελείως τα χέρια της Ελλάδας. Οι δανειακές συνθήκες συνοδεύονται από όρους. Οι μόνες επιλογές ήταν μεταξύ μιας συμφωνίας υπό όρους και μιας μη-συμφωνίας χωρίς όρους. Η επιλογή έπρεπε να γίνει μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου, πέρα από την οποία ημερομηνία η στήριξη της ΕΚΤ προς τις Ελληνικές τράπεζες θα έληγε. Απουσία συμφωνίας θα σήμαινε ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων ή εναλλακτικά καταρρεύσεις τραπεζών, χρεοκοπία και πρώιμη έξοδο από το ευρώ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε εκλεγεί για να βγάλει την Ελλάδα από την Ευρώπη. Έτσι προκειμένου να τηρήσει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις, η σχέση μεταξύ Αθήνας και Ευρώπης θα έπρεπε να “παραταθεί” με κάποιον κοινά αποδεκτό τρόπο.

Για να κατανοηθούν τα πραγματικά διακυβεύματα μεταξύ Ελλάδας και Ευρώπης, θα πρέπει κανείς να εντρυφήσει κάπως στο διαβόητο “Μνημόνιο Κατανόησης” που υπέγραψαν οι προηγούμενες Ελληνικές κυβερνήσεις. Μια πρώτη παρατήρηση: δεν είναι τα πάντα όσα περιλαμβάνονται στο έγγραφο αυτό παράλογα. Ένα μεγάλο μέρος απλά αντικατοπτρίζει Ευρωπαϊκούς νόμους και κανονισμούς. Οι προβλέψεις που αφορούν την φορολογική διαχείριση, την φοροαποφυγή, την διαφθορά και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης συνιστούν, γενικά μιλώντας, καλές πολιτικές και υποστηρίζονται από τον ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι δεν ήταν δύσκολο για την νέα κυβέρνηση να δηλώσει την συμφωνία της με το “εβδομήντα τοις εκατό” του μνημονίου.
Το υπόλοιπο “τριάντα τοις εκατό” αφορούσε κυρίως τρία πεδία: τους δημοσιονομικούς στόχους, το ξεπούλημα μέσω ιδιωτικοποιήσεων και αλλαγές στην εργατική νομοθεσία. Ο δημοσιονομικός στόχος πρωτογενούς πλεονάσματος 4,5% ήταν ανοησία, όπως οι πάντες συμφωνούσαν κατ’ ιδίαν. Η νέα κυβέρνηση δεν αντιτίθεται στις ιδιωτικοποιήσεις καθεαυτές. Αντιτίθεται στις ιδιωτικοποιήσεις που στήνουν πανάκριβα ιδιωτικά μονοπώλια και ξεπουλήματα που δεν φέρνουν καν πολλά χρήματα. Η μεταρρύθμιση της εργασιακής νομοθεσίας είναι μια πιο θεμελιώδης διαφωνία – αλλά η θέση της Ελληνικής κυβέρνησης είναι σε συμφωνία με τα πρότυπα του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας, ενώ εκείνη του “προγράμματος” δεν ήταν. Τα θέματα αυτά θα συζητηθούν τώρα. Ο δημοσιονομικός στόχος είναι πλέον παρελθόν και οι Έλληνες συμφώνησαν να αποφύγουν μονομερείς ενέργειες μόνο για την τετράμηνη περίοδο κατά την οποία θα επιδιώκουν μια συμφωνία.
Ο Cassidy παραδέχεται κάποια από όλα αυτά αλλά τα υποβαθμίζει με το σχόλιο πως η συμφωνία “μοιάζει να αποκλείει οποιαδήποτε υιοθέτηση Κεϋνσιανών πολιτικών αναζωογόνησης της οικονομίας σε μεγάλη κλίμακα”. Σε ποιο έγγραφο υπάρχει μια τέτοια πρόταση; Δεν υπάρχουν χρήματα στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση είναι χρεοκοπημένη. Κεϋνσιανές πολιτικές μεγάλης κλίμακας δεν είχαν ποτέ τεθεί στο τραπέζι επειδή αναγκαστικά θα σήμαιναν έξοδο από το Ευρώ – μια επεκτατική πολιτική σε ένα καινούριο νόμισμα, με όλους τους συνήθεις κινδύνους. Μέσα στο Ευρώ, οι πόροι για επενδύσεις πρέπει να προέλθουν από καλύτερη συλλογή φόρων, ή από έξω, συμπεριλαμβανομένου και από ιδιώτες επενδυτές και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Το σχόλιο του Cassidy μοιάζει να έχει γίνει εν κενώ.
Μια άλλη επινόηση χωρίς καμία σχέση με την πραγματικότητα είναι η ιδέα πως η ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν “ζαλισμένη” από την πολιτική επιτυχία, που είχε έλθει “πρακτικά από το πουθενά”. Στην πραγματικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ γνώριζε επί μήνες πως αν μπορέσει να επιβάλει εκλογές τον Δεκέμβρη που πέρασε, θα κέρδιζε. Και ήμουν εκεί την Κυριακή το βράδυ, στις 8 Φεβρουαρίου, όταν ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας μίλησε για πρώτη φορά στο κοινοβούλιο παρουσιάζοντας το αντίστοιχο του State of the Union Adress [ΣτΜ: της ετήσιας ομιλίας του Προέδρου των ΗΠΑ στο Κογκρέσο για την κατάσταση της χώρας, και τις νομοθετικές πρωτοβουλίες που ετοιμάζει]. Ο Τσίπρας δεν ζαλίζεται ποτέ. Και τα πρώτα λόγια που μου είπε ο Γιάνης Βαρουφάκης όταν έφτασα στο Υπουργείο Οικονομικών λίγο πριν πάμε να τον δούμε ήταν τα εξής: “καλωσήλθες στο παγιδευμένο δώρο” (Welcome to the poisoned chalice).
Περνώντας στις διπλωματικές συζητήσεις, ο Cassidy καταλήγει στο συμπέρασμα πως  Τσίπρας και ο Βαρουφάκης “έπαιξαν περισσότερο επιθετικά τα χαρτιά τους από όσο έπρεπε”. Ένας επί τόπου παρατηρητής θα είχε παρατηρήσει πως η Ελληνική κυβέρνηση παρέμεινε ενωμένη· οι αρχικές απόπειρες να περιθωριοποιηθεί ο Βαρουφάκης αποκρούστηκαν. Στην συνέχεια καθώς προχωρούσαν οι συνομιλίες, οι επικεφαλής της Ευρωπαϊκή Επιτροπής Jean-Claude Juncker και Pierre Moscovici βγήκαν στα παρασκήνια για να βοηθήσουν, προσφέροντας ένα εποικοδομητικό προσχέδιο την Δευτέρα. Οι υπόλοιπες κυβερνήσεις στράφηκαν σε μια πιο ήπια γραμμή. Στο τέλος του παιχνιδιού το εντυπωσιακό ήταν πως η Γερμανική κυβέρνηση ήταν εκείνη που διχάστηκε – δημόσια – καθώς ο αντικαγκελάριος Σίγκμαρ Γκάμπριελ αποκάλεσε την Ελληνική επιστολή “βάση διαπραγμάτευσης”, λίγη ώρα αφού ο Υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δήλωνε το αντίθετο. Και αυτό προκάλεσε την τηλεφωνική κλήση της Καγκελαρίου Άνγκελας Μέρκελ προς τον Αλέξη Τσίπρα, που ανέστρεψε το ψυχολογικό κλίμα. Πιθανόν ο όλος ελιγμός να είχε χορογραφηθεί. Αλλά παρόλα αυτά ήταν ο Σόιμπλε που έκανε το βήμα πίσω στο τέλος. Φαίνεται πως τίποτα από όλα αυτά δεν τράβηξαν την προσοχή του Cassidy.
Τέλος στην πορεία προς αυτές τις συζητήσεις: είναι άραγε αλήθεια πως η Ελληνική πλευρά δεν συνειδητοποίησε πως δεν είχε στηρίγματα, δίνοντας έτσι – όπως γράφει ο Cassidy – όλο το πλεονέκτημα στον Σόιμπλε όταν “κατάλαβε πως ο Βαρουφάκης δεν μπορούσε να παίξει το χαρτί του GRexit”; Στην πραγματικότητα οι Έλληνες δεν είχαν καμία πρόθεση να παίξουν χαρτιά, ούτε να μπλοφάρουν, όπως έγραψε ο Βαρουφάκης στους  New York Times και όπως είχα γράψει δυο μέρες μετά τις εκλογές στο Social Europe:

Ποια είναι τα στηρίγματα που έχει η Ελλάδα; Προφανώς δεν είναι πολλά, τα βαριά όπλα βρίσκονται στην άλλη πλευρά. Υπάρχει όμως κάτι. Ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και η ομάδα του μπορούν να παρουσιάσουν την σκοπιά της λογικής χωρίς απειλές κανενός είδους. Τότε η ορθή και ηθική χειρονομία απόκρισης της άλλης πλευράς θα ήταν… να παραχωρήσει δημοσιονομικό χώρο και να εγγυηθεί την χρηματοοικονομική σταθερότητα ενώ συνεχίζονται οι συνομιλίες. Αν συμβεί αυτό, τότε μπορούν να υπάρξουν κανονικές διαπραγματεύσεις

Αυτό μοιάζει να συνέβη τελικά. Και συνέβη για τον λόγο που παρουσίασα στο άρθρο μου: στο τέλος η Καγκελάριος Μέρκελ επέλεξε να μην είναι εκείνη η ηγέτις υπεύθυνη για τον κατακερματισμό της Ευρώπης
Ο Αλέξης Τσίπρας το διατύπωσε σωστά. Η Ελλάδα κέρδισε μια μάχη – ίσως μια απλή σύγκρουση – και ο πόλεμος συνεχίζεται. Αλλά και η πολιτική αλλαγή κλίματος που προκάλεσε η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζεται. Από ψυχολογικής πλευράς, η Ελλάδα έχει ήδη αλλάξει, υπάρχει ψυχή και αξιοπρέπεια στην Αθήνα που δεν υπήρχε πριν από έξι μήνες. Σύντομα, θα ανοίξουν καινούρια μέτωπα στην Ισπανία, ίσως μετά στην Ιρλανδία, αργότερα στην Πορτογαλία, χώρες στις οποίες επίκεινται εκλογές. Δεν είναι πιθανό η Ελληνική κυβέρνηση να καταρρεύσει ή να υποχωρήσει στις συνομιλίες που θα ακολουθήσουν και, συν τω χρόνω, το εύρος του χώρου ελιγμών που κερδήθηκε στην πρώτη αυτή σύγκρουση θα γίνει περισσότερο ξεκάθαρο. Σε έναν χρόνο, το πολιτικό τοπίο της Ευρώπης μπορεί να είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο που μοιάζει να είναι σήμερα.