Το σπίτι της Κατερίνας

10.02.2015 05:01

Το σπίτι της κυρίας Κατερίνας το ήξερα. Ήταν το παράγωνο κτίσμα με τον κήπο  απέναντι από το σχολείο. Αδύνατον να μην το παρατηρούσες. 

Μία γωνία του έλειπε για να είναι τετράγωνο όπως όλα. Ki αυτή η γωνία η λειψή ήταν αρκετή για να του δίνει σχήμα αφύσικο, αταίριαστο με τ’ άλλα.
Δεν την πείραζε αυτό την Κατερίνα. Συνήθιζε να κάθεται άκρη-άκρη στη μύτη του οξύγωνου μπαλκονιού της και να τα βλέπει όλα και να τα ακούει όλα. Αυτά τα τζαναμπέτικα τα παιδιά που πήγαιναν στο σχολείο, μόλις έβλεπαν τη μονοκατοικία με το αλλόκοτο σχήμα, χαχάνιζαν και κορόιδευαν και καμιά φορά έφτιαχναν και στιχάκια κωμικά που τα τραγουδούσαν περνώντας από την πόρτα της. Και οι μεγάλοι γελούσαν με το σπιτικό της, μόνο όχι τόσο φανερά όσο τα παιδιά. Και ήταν κι άλλοι που έδειχναν να φοβούνται όταν περνούσαν από εκεί, λες και η παράταιρη γωνία του κτιρίου θα ορμούσε κατά πάνω τους έτσι που τρυπούσε τον αέρα και απλωνόταν πέρα από το κανονικό.
Όμως η Κατερίνα δεν πολυέσκαγε, λίγη σημασία τους έδινε. Πατημένα τα εβδομήντα, ζούσε με την κόρη της κι η ψυχή της ήταν γεμάτη από αγάπη για το παιδί της που ήταν μια κούκλα ζωγραφιστή και με ψυχή αγγέλου. Όταν έβγαινε μαζί της καμάρωνε για την καλλονή της και το αθώο της χαμόγελο. Κανένας τους δεν είχε τόσο όμορφο και καλό παιδί, το ήξερε. Γι’ αυτό, ποτέ δεν έψαξε χρόνο και όρεξη να ασχοληθεί με τα λόγια του κόσμου.
Ότι ήταν κούκλα η κόρη της Κατερίνας, όλοι το παραδεχόμασταν. Κι ας τη βλέπαμε λίγο. Μόνο κάθε απόγευμα που την έβγαζε βόλτα η μάνα της κρατώντας την από το χέρι και την περπατούσε στη γειτονιά να πάρει τον αέρα της. Πλυμένο και λουσμένο, μυρωδάτο και καλοντυμένο, όταν συναντούσαν κανένα γνωστό και τις χαιρετούσε, το κορίτσι έβγαζε από το στόμα του μια κραυγούλα που έμοιαζε με αλύχτισμα σκύλου και γελούσε δυνατά. Τότε, η Κατερίνα τη χάιδευε και χαμογελούσε και προχωρούσε κρατώντας την πάντα από το χέρι, περήφανη για τον άγγελο που της είχε δώσει ο Θεός.
Σαράντα χρονών είχε φτάσει η κοπέλα της χωρίς να μπορεί να πάει πουθενά μόνη γιατί στο μυαλό της όπως και στο σπίτι τους, οι γωνίες ήταν αλλού λειψές κι αλλού περίσσευαν και έτσι οι σκέψεις της δεν έβρισκαν το δρόμο τους παρά χάνονταν διαρκώς. Ποτέ δεν έμαθε να μιλάει, ούτε να διαβάζει ούτε να γράφει, μόνο να χαμογελάει, να βγάζει πνιχτές κραυγούλες και να πηγαίνει βόλτα με τη μάνα της. Μα η Κατερίνα δεν βαρυγκομούσε γιατί ήταν σίγουρη ότι οι άγγελοι της καλοσύνης σαν το κορίτσι της δεν μπορούν να έχουν μυαλό τετράγωνο σαν όλων των ανθρώπων για να μην μολύνεται η ψυχή τους με τις σκέψεις αυτού του κόσμου του ανερμάτιστου.
Ο πατέρας του κοριτσιού, πάλι, δεν το καταλάβαινε έτσι. Από τη μέρα που τους είπαν οι γιατροί πως αυτό το μωρό θα ήταν αλλιώτικο από τα άλλα αποφάσισε πως, όσο ζούσε, για εκείνον μες στο σπίτι παιδί δεν θα υπήρχε. Ούτε παραδεχόταν τις γυναικείες ανοησίες που του έλεγε η αγαθή η Κατερίνα. Κι έτσι ποτέ δεν το ακούμπησε ούτε τ’ αγκάλιασε ούτε του μίλησε, αλλά παρίστανε ότι ζούσε μόνο με τη γυναίκα του. Κι εκείνη, όταν ήταν μαζί του, μιλούσε και συμπεριφέρονταν σε εκείνον σαν η κόρη τους να μην υπήρχε, αλλά όταν ασχολιόταν με το παιδί της συμπεριφερόταν σαν να μην υπήρχε ο άντρας της και κάπως έτσι τα ισορροπούσε και πορευόταν στη ζωή.

 

Δεν του κράτησε κακία η κυρία Κατερίνα γιατί καταλάβαινε πως εκείνος ήταν άντρας και δεν ικανοποιούταν όπως αυτή με ένα παιδί άγγελο αλλά ήθελε ένα ίδιο με όλου του κόσμου. Έτσι είναι φτιαγμένοι οι άντρες κι εκείνη δεν ήταν άξια να κρίνει ούτε θεό ούτε ανθρώπους. Χώρια που πίστευε ότι έφταιγε και μέσα στο βάθος της ψυχής της ένιωθε μεγάλη ενοχή για το παιδί που του ‘χε βγάλει. Το παράγωνο σπίτι που της είχαν δώσει προίκα ήταν η αιτία που η κοπέλα της δεν είχε τετράγωνο μυαλό σαν όλους. Εκεί στη μισακή γωνία ήταν η κρεβατοκάμαρα που κοιμότανε με τον άντρα της και πώς μπορούσε να έπιανε παιδί ακέραιο και σωστό;
Όταν εκείνος έφυγε για τον κόσμο που δεν γνωρίζουμε, αλλά για καλό του συγχωρεμένου ελπίζουμε να μην έχει ούτε λειψά σπίτια ούτε λειψά παιδιά, η γυναίκα δεν ένιωσε μεγάλη αλλαγή στη ζωή της. Αόρατος ήταν πάντα ο άντρας για το παιδί και αφού η σύνταξή του πέρασε σ’ εκείνην, λίγη κατάλαβε διαφορά. Μόνο μετά τη μεγάλη οικονομική κρίση που έπεσε στη χώρα, δυσκολεύτηκε. Η σύνταξη μειώθηκε και το πετρέλαιο ακρίβυνε και τα φάρμακα του παιδιού τής τα έδιναν πιο δύσκολα. Μα και πάλι τα έφερνε βόλτα γιατί είχε μάθει να ζει χωρίς πολυτέλειες και έκοβε και από τα δικά της φάρμακα και της έμεναν λεφτά και έτσι όλο και τα κατάφερνε.
Εκείνο μόνο που δεν χωρούσε ο νους της ήταν πως έπρεπε να πληρώνει ολόκληρο το χαράτσι για ένα σπίτι λειψό που του ‘λειπε μία γωνία κι αυτό το άδικο δεν το καταλάβαινε. Αλλά είπαμε, η Κατερίνα ποτέ δεν διαμαρτυρόταν και προτιμούσε να τα βολεύει από μόνη της και να μην τα βάζει με τα άδικα του κόσμου. Εκείνη δεν ήταν άξια ούτε να κρίνει, ούτε να γκρεμίζει και να χτίζει. Το μόνο που την απασχολούσε τελευταία ήταν ότι τις δυνάμεις της δεν τις ένιωθε καλά. Όλο κόβονταν τα πόδια της και στις βόλτες που έβγαινε με το παιδί της είχε ένα λαχάνιασμα λες και κολλούσαν τα πνευμόνια της κι έπρεπε να τραβήξει πολύ αέρα για να ανοίξουν και να πάρει ανάσα. Σιγά-σιγά είχε κόψει και τις απογευματινές βόλτες και τη βλέπαμε μόνο στο μπαλκόνι ή στον κήπο μαζί με το παιδί της, μα μετά το σταμάτησε κι αυτό.
Νομίζω πως ήταν την προηγούμενη εβδομάδα που η τηλεόραση έπαιζε για μέρες την είδηση με την ανάπηρη κοπέλα που, όταν πέθανε η μάνα της, αυτοί που τη φρόντιζαν την έκλεισαν στο φωταγωγό και της φερόντουσαν χειρότερα από ζώο. Πρέπει να τη στεναχώρησε πολύ αυτή η ιστορία την κυρία Κατερίνα. Γιατί χθες το πρωί, όταν πήγα το παιδί μου στο σχολείο είδα κόσμο και αστυνομία και πυροσβεστική μαζεμένους έξω από το παράγωνο σπίτι της. Και δεν άφηναν να πλησιάσουμε κοντά, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν θα πλησίαζα γιατί είχα και το παιδί μαζί και δεν κάνει να τα βλέπει αυτά τα πράγματα. Όμως μάθαμε γρήγορα τι συνέβη, γιατί αυτά η γειτονιά αμέσως τα μαθαίνει, με όλες τις σημαντικές λεπτομέρειες και με άλλες τόσες ασήμαντες αλλά και με πολλές που τις κατεβάζει από το κεφάλι της.
Την κυρία Κατερίνα προχθές κάτι την έπιασε κι αποφάσισε ότι είναι άξια για πολλά. Και για να κρίνει και για να γκρεμίζει και για να χαστουκίζει τα μούτρα όσων περιγελούν ό,τι μισακό υπάρχει, άψυχο και ζωντανό. Κι εκεί στο τέλος της ζωής της έβαλε φωτιά σ’ αυτόν τον παράγωνο κόσμο μπας και χτιστεί από την αρχή καλύτερος και με όλες τις γωνίες του σωστές. Είπαν πως με το πετρέλαιο για τη σόμπα έβρεξε το σπίτι γύρω-γύρω και πιο πολύ τη γωνία εκείνη τη λειψή. Μετά έδωσε στο παιδί της πολύ φάρμακο ώσπου αυτό κοιμήθηκε βαθιά μέχρι να γίνει άγγελος αληθινός και μετά πήρε κι εκείνη πολύ φάρμακο, αλλά πριν κοιμηθεί άναψε ένα στουπί και το πέταξε στην κουζίνα. Και μετά ξάπλωσε δίπλα στην κόρη της, εκεί στο κρεβάτι της γωνίας που την είχε πιάσει και πρόλαβε κι έγινε κι εκείνη άγγελος πριν η φωτιά τις φτάσει εκεί μέσα.
Κι έτσι, η κυρία Κατερίνα απαλλάχθηκε από σπίτια και χαράτσια και ανθρώπους που φοβούνται τις λειψές γωνίες ή τα όμορφα κορίτσια με τα λειψά μυαλά και φρόντισε να μην κλείσει ποτέ κανείς την κόρη της σε κανένα φωταγωγό. Κι η γειτονιά μετά από αυτό το περιστατικό ταράχτηκε και έζησε μεγάλη αναστάτωση. Ούτε αέρας να πέρασε και να σάρωσε σπίτια και ανθρώπους. Και φοβάμαι πως δεν θα της το συγχωρέσουν ποτέ της Κατερίνας. Όχι που την ανακάτεψε, αυτό θα το ξεχάσει. Που η γυναίκα αυτή ήταν ικανή για άλλα από όσα έδειχνε σ’ όλη της τη ζωή. Αυτό δεν συγχωρείται.
TENTH

 
Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΕΝΤΗ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Έχει σπουδάσει Ψυχολογία και Πληροφορική. Εργάζεται ως μεταφράστρια. Αρθρογραφεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό eyedoll.





Shortlink:

Contact us | About us | Terms & conditions | Privacy policy
Mikrometoxos 2014