Του Γιώργου Ι. Δημητρομανωλάκη - Εφημερίδα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Το μήνυμα είναι σαφές: «Ή δηλώνετε τις “μαύρες” καταθέσεις του εξωτερικού και πληρώνετε έναν μικρό φόρο ή, εάν σας πιάσουμε, για να μην πάτε φυλακή, θα πληρώσετε το 80%».

Τα ψέματα τελείωσαν. Η κυβέρνηση του κ. Αλέξη Τσίπρα, υπό την πίεση της υστέρησης των δημοσίων εσόδων αλλά και στην προσπάθειά της να αποδείξει στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο ότι θα κυνηγήσει τη φοροδιαφυγή και το «μαύρο» χρήμα, λαμβάνει μια απόφαση κομβικής σημασίας: Να επιτρέψει μέσω νομοθετικής ρύθμισης τον επαναπατρισμό ή την περαίωση των «κρυφών» καταθέσεων του εξωτερικού, αλλά και του εσωτερικού, των τελευταίων δεκαετιών.

Σύμφωνα με τον υπουργό κατά της Διαφθοράς, Παναγιώτη Νικολούδη, τα αδήλωτα χρήματα που βρίσκονται στις τράπεζες του εξωτερικού υπολογίζονται στα 120 δισ. ευρώ.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Πρόκειται επί της ουσίας για αυτοκαταγγελία του πολίτη. Η νέα νομοθετική ρύθμιση θα προβλέπει μεν έναν σχετικά χαμηλό συντελεστή φόρου για όσους ενταχθούν σε αυτήν, αλλά θα περιέχει και διατάξεις ιδιαίτερα επώδυνες για όσους την αγνοήσουν. Οπως είναι σε θέση να γνωρίζουν τα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ», η νέα ρύθμιση θα έχει δύο χαρακτηριστικά:

1 Για όσους ενταχθούν στη ρύθμιση, η εφάπαξ φορολογία θα προβλέπει έναν συντελεστή εφάπαξ καταβολής φόρου, ο οποίος θα κυμαίνεται μεταξύ 15% και 25%. Το πιθανότερο είναι πάντως να καθιερωθεί το 25%. Αυτό σημαίνει ότι όποιος δηλώσει ότι κατέχει 1.000.000 ευρώ στην Ελβετία, θα πληρώσει 250.000 ευρώ. Το αν θα επαναπατρίσει τα χρήματα ή όχι θα αφορά αποκλειστικά τον φορολογούμενο. Πληροφορίες αναφέρουν ότι εάν θελήσει να επαναπατρίσει ένα μικρό ή ολόκληρο το ποσό, τότε ο φόρος μπορεί να μειωθεί στο 20% επί του ποσού που θα εισαγάγει σε ελληνικές τράπεζες. Ο συντελεστής 25% θα ισχύει και για όσους έχουν αδήλωτες καταθέσεις στην Ελλάδα.

2 Για όσους δεν ενταχθούν στη ρύθμιση και συλληφθούν από τις αρμόδιες Αρχές, ο φόρος θα ανέλθει στο 80% επί του κεφαλαίου και δεν θα υπάρχει άλλη ποινή σε βάρος τους. Εάν συλληφθούν για φοροδιαφυγή και αρνηθούν την κατηγορία, τότε οι διαδικασίες θα είναι πολύ σύντομες για να αποδείξουν το αντίθετο. Αν δεν καταφέρουν να το αποδείξουν, θα κατηγορούνται άμεσα για «ξέπλυμα» μαύρου χρήματος και με συνοπτικές διαδικασίες θα τους περιμένει η φυλακή. Θα θεσπιστούν δηλαδή για όσους φοροφυγάδες συλλαμβάνονται να έχουν αδήλωτες καταθέσεις είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό τόσο αυστηρές ποινές ώστε η προφυλάκισή τους θα είναι θέμα ολίγων εβδομάδων.

 

Επί της ουσίας, όποιος έχει αδήλωτες καταθέσεις 1.000.000 ευρώ θα πληρώσει 800.000 ευρώ, εάν θέλει να μην υπάρξει καμία άλλη ποινή εις βάρος του. «Η απόφαση περί οριστικής φορολογικής περαίωσης περιουσίας για εταιρείες και ιδιώτες, έναντι καταβολής ενός ποσού, θα μπορούσε να συμβάλει καθοριστικά στην προσπάθεια κάλυψης του δημοσιονομικού κενού της επόμενης διετίας και να δημιουργήσει την κατάλληλη ηρεμία στο επενδυτικό περιβάλλον», λένε κορυφαίοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι αλλά και τραπεζίτες.

ΑΡΙΘΜΟΙ

Επί της ουσίας, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος και το Κέντρο Φορολόγησης Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ) γνωρίζουν πολλά για τις αδήλωτες καταθέσεις του εξωτερικού. Οπως αποκάλυψαν την προηγούμενη εβδομάδα τα «Π», οι οικονομικοί εισαγγελείς Παναγιώτης Αθανασίου και Γαληνός Μπρης, αλλά και ο επίκουρος εισαγγελέας Γιάννης Δραγάτσης, μετά την ενοποίηση όλων των λιστών (Λαγκάρντ, Νικολούδη, ακινήτων κ.λπ.) έχουν διαπιστώσει πλέον ότι 250.000 οικογένειες έχουν διακινήσει στις τράπεζες του εξωτερικού αδήλωτες καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ την τελευταία πενταετία.

Επιπρόσθετα, έχουν βρεθεί και 870 ζάπλουτοι Ελληνες, με καταθέσεις μόνο μέσα σε μία χρονιά άνω των 100.000.000 ευρώ. Μόνο το ποσό αυτό εκτιμάται ότι αγγίζει συνολικά τα 15 έως 30 δισ. ευρώ, χωρίς όμως να έχει πιστοποιηθεί ακόμα πόσα από αυτά τα χρήματα είναι αδήλωτα.
Αφού η κυβέρνηση λάβει τις οριστικές αποφάσεις, εκτιμάται ότι θα άρει το βέτο που θέτει μια σειρά παράλληλων νομοθετικών παρεμβάσεων, οι οποίες απαιτούνται για να μην αποτύχει το μέτρο, όπως έγινε άλλες δύο φορές στο παρελθόν.

Ενα βασικό πρόβλημα είναι ο Νόμος 3691/2008 για το «ξέπλυμα» χρήματος, καθώς σήμερα και μετά από τροποποιήσεις του 2011 χαρακτηρίζει τη φοροδιαφυγή ποινικό αδίκημα, για το οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του. Αυτό σημαίνει ότι αν κάποιος επαναπατρίσει χρήματα με νέο νόμο, αν αυτός δεν τροποποιεί τον Ν. 3691/2008 ή με κάποιον τρόπο δεν αναστέλλει το ποινικό κομμάτι της φοροδιαφυγής, τότε μπορεί ο φορολογούμενος να αποδώσει τον φόρο στο κράτος για τα εισερχόμενα κεφάλαια, αλλά ταυτόχρονα και κατόπιν ελέγχου από την τράπεζα ή το ΣΔΟΕ να κινδυνεύει ποινικά για «ξέπλυμα» μέσω φοροδιαφυγής ή άλλων αδικημάτων. Η άρση του βέτο θα αφορά όσους αποδεχθούν τη ρύθμιση είτε πριν είτε αφού συλληφθούν.
Χαμηλοί συντελεστές τα έτη 2004 και 2010

O επαναπατρισμός κεφαλαίων έχει ξαναγίνει δύο φορές τα τελευταία δέκα χρόνια με αμφισβητούμενα αποτελέσματα. O πρώτος ξεκίνησε το 2004. Ο νόμος που θεσμοθέτησε τη διαδικασία ήταν ο 3259/2004 με το Αρθρο 38. Eπειδή ήταν μια πρωτόγνωρη διαδικασία για την Ελλάδα, χρειάστηκε να θεσμοθετηθεί μια ατελείωτη σειρά εγκυκλίων, για να δουλέψει ο μηχανισμός του επαναπατρισμού. Ο νόμος όριζε την εποχή εκείνη πολύ ευνοϊκές προϋποθέσεις, καθώς ο συντελεστής φορολόγησης των εισερχόμενων κεφαλαίων ήταν 3% -εξαιρετικά χαμηλός και μεγάλο κίνητρο. Ο νόμος έδινε ένα περιθώριο επαναπατρισμού από το καλοκαίρι του 2004 έως το καλοκαίρι του 2005. Τα αποτελέσματα όμως δεν ήταν τα αναμενόμενα. Το ΥΠ.ΟΙΚ. ανέμενε εισροή κεφαλαίων περί τα 5-10 δισ. ευρώ, αλλά στο τέλος οι εισροές μετά βίας ξεπερνούσαν το 1,5 δισ. και οι αντίστοιχοι εισπραχθέντες φόροι πλησίαζαν τα 50 εκατ. ευρώ.

Εξι χρόνια αργότερα, το 2010, επιχειρήθηκε εκ νέου επαναπατρισμός κεφαλαίων. Η νέα διάταξη κυρώθηκε με το Αρθρο 18 του Ν. 3842/2010 και πλέον προέβλεπε δύο συντελεστές φορολογίας, αυξημένους σε σχέση με το 2004. Ο ένας είχε ύψος 5% κατά την εισαγωγή των κεφαλαίων και ο δεύτερος 8%, με απόδοση χωρίς την εισαγωγή των κεφαλαίων, αποσκοπώντας στη νομιμοποίηση της κατάθεσης, ενώ αυτή παρέμενε σε ίδρυμα του εξωτερικού.

 

Εκτός των συντελεστών, υπήρξε μεγάλη διαφορά μεταξύ του ενός επαναπατρισμού από τον άλλο και αυτή ήταν ο Νόμος 3691/2008 για το «ξέπλυμα» χρήματος. Το γεγονός ότι κατά την εισαγωγή των κεφαλαίων ο κάτοχος αμνηστευόταν φορολογικά δεν αναιρούσε την υποχρέωση των τραπεζών να ψάξουν τα χρήματα από πλευράς άλλων ποινικών αδικημάτων. Τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Επιπρόσθετα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κ. Ρούλα Κουράκου, σύζυγος του Γιάννου Παπαντωνίου, αν και επαναπάτρισε 1,8 εκατ. δολάρια εκείνη την εποχή, ελέγχθηκε φορολογικά από το ΣΔΟΕ, καθώς το όνομά της περιλαμβανόταν στη λίστα Λαγκάρντ.