Του Βασίλη ΓεώργαΣτο “μικροσκόπιο” των εισαγγελικών αρχών βρίσκονται οι εκροές κεφαλαίων στο εξωτερικό που έγιναν όχι μέσω τραπεζικού συστήματος, αλλά με την αξιοποίηση επενδυτικών προϊόντων από το 2010 μέχρι και την περίοδο επιβολής capital controls.

Τράπεζες, εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και χρηματιστηριακές εταιρείες έχουν γίνει αποδέκτες αλλεπάλληλων εισαγγελικών εντολών, με τις οποίες ζητούνται αναλυτικά στοιχεία για πελάτες που αγόρασαν μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα και άλλα επενδυτικά προϊόντα αξίας άνω των 500.000 ευρώ κατά την περίοδο των μνημονιακών χρόνων.

Ένα τέτοιο τελευταίο έγγραφο έφτασε σε πολλές ΑΧΕ, αυτές τις ημέρες και ζητά αναλυτικά στοιχεία για τις αγορές επενδυτικών προϊόντων κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουνίου 2014 μέχρι 30 Ιουνίου 2015. Δηλαδή μέχρι και το τέλος της δεύτερης μέρας ισχύος των τραπεζικών περιορισμών που επιβλήθηκαν στις 29 Ιουνίου 2014. Η έρευνα βρίσκεται, ωστόσο, σε εξέλιξη εδώ και περίπου οκτώ μήνες από τους οικονομικούς Εισαγγελείς, οι οποίοι έχουν ήδη ζητήσει αντίστοιχα στοιχεία για την περίοδο από το 2010 μέχρι το 2014.

Στόχος είναι να εντοπιστούν οι περιπτώσεις επενδυτών, οι οποίοι ενώ αρχικά επένδυσαν κεφάλαια μέσω ελληνικών εταιρειών σε επενδυτικά προϊόντα εξωτερικού, στη συνέχεια με το “κόλπο” αλλαγής του θεματοφύλακα, έβγαλαν στην ουσία τα χρήματα τους σε λογαριασμούς ξένων τραπεζών, χωρίς αυτή η εκροή να αποτυπωθεί στα στοιχεία εκροών της Τράπεζας της Ελλάδας αφού δεν πέρασαν ποτέ από το τραπεζικό σύστημα. Σκοπός είναι, στη συνέχεια, τα στοιχεία αυτά να ελεγχθούν για περιπτώσεις φοροδιαφυγής, “ξεπλύματος”, παράνομης διακίνησης κεφαλαίων κ.α., χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι επενδυτές που κινήθηκαν κατ αυτό τον τρόπο ήταν παράνομοι.

Στους παροικούντες την χρηματιστηριακή Ιερουσαλήμ, η μέθοδος της καθ’ όλα νόμιμης εκροής κεφαλαίων στο εξωτερικό μέσω παράκαμψης του τραπεζικού συστήματος που βρίσκεται υπό τον καθημερινό έλεγχο της Τράπεζας της Ελλάδας, είναι γνωστή από την πρώτη περίοδο της κρίσης, καθώς την εκμεταλλεύτηκαν πολλοί επενδυτές και τμήματα private banking ελληνικών τραπεζών που προσέφεραν δυνατότητα επενδύσεων στο Λουξεμβούργο και αλλού, προσελκύοντας δισεκατομμύρια ευρώ.

Ένας επενδυτής μπορούσε, μέχρι και την περίοδο επιβολής των capital controls, να αγοράσει επενδυτικά προϊόντα εξωτερικού (π.χ γερμανικά ομόλογα ή γαλλικά αμοιβαία κεφάλαια και μετοχές) μέσω της Χ ελληνικής τράπεζας ή της χρηματιστηριακής του.

Τα προϊόντα αγοράζονταν με χρήματα από τον τραπεζικό του λογαριασμό από συνεργαζόμενη επενδυτική εταιρεία που βρίσκονταν λ.χ στο Λουξεμβούργο. Αν ο επενδυτής ήθελε να πουλήσει το χαρτοφυλάκιό του,  και τα χρήματά του να παραμείνουν στο εξωτερικό, άνοιγε έναν τραπεζικό λογαριασμό π.χ. στην Ελβετία και ζητούσε αλλαγή θεματοφυλακής από την εταιρεία με την οποία συνεργάζονταν στην Ελλάδα, προς μια ξένη εταιρεία – θεματοφύλακα. Κατόπιν, μπορούσε να ρευστοποιήσει τις επενδυτικές του θέσεις και να κρατήσει τα χρήματά του στην ξένη τράπεζα.

Αυτό που επιτύγχανε με αυτήν τη μέθοδο είναι να μην αφήσει πουθενά στο τραπεζικό σύστημα το “αποτύπωμα” της συναλλαγής του, αφού κάθε εντολή μετακίνησης κεφαλαίων απευθείας από ελληνική σε ξένη τράπεζα, καταγράφεται καθημερινά στην περιβόητη “δισκέτα” της ΤτΕ που πρέπει να παραδίδουν οι τράπεζες.

capital.gr