Του Mark Gilbert

Ποιος θα ήθελε να είναι τραπεζίτης αυτή την εποχή; Οι συνάδελφοί του εξαφανίζονται με ανησυχητικό ρυθμό καθώς η δραστηριότητά τους συρρικνώνεται. Οι ρυθμιστικές αρχές δεν τον αφήνουν να κάνει τίποτα συναρπαστικό. Ο κόσμος τον περιφρονεί.

Και αυτό είναι μόνο η αρχή των προβλημάτων του. Οι κεντρικές τράπεζες σκοτώνουν ακόμη και τις πιο απλές δραστηριότητές του με τις επιτοκιακές πολιτικές τους. Κάθε τρίμηνο, ο κλάδος του δίνει μερικά ακόμη δισ. δολάρια σε πρόστιμα για απερισκεψίες του παρελθόντος και χειραγώγηση της αγοράς. Μία νέα τάση που ονομάζεται “fintech” φιγουράρει στα πρωτοσέλιδα απειλώντας να αφανίσει το είδος του. Ο εργοδότης του αισθάνεται πως έχει την εξουσία να αναβάλει το μπόνους του για όλο και μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Και αν συμβεί κάτι κακό υπό την εποπτεία του, μπορεί να αναγκαστεί να επιστρέψει μπόνους ετών ή ακόμη και να εκτίσει ποινή φυλάκισης.

Ο τραπεζικός κλάδος αντιμετωπίσει μια υπαρξιακή κρίση. Το μέσο μπόνους στην Wall Street μειώθηκε κατά 9% το 2015, σύμφωνα με τους ελεγκτές της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Περισσότερες από μισό εκατομμύριο τραπεζικές θέσεις εργασίας έχουν καταργηθεί ανά τον κόσμο από την κρίση του 2008, σύμφωνα με υπολογισμούς του συναδέλφου μου στο Bloomberg Yalman Onaran. Αλλά δεν αφορά μόνο όσους έχασαν τη δουλειά τους ή βγάζουν λιγότερα χρήματα: η συρρίκνωση θα πρέπει να προβληματίζει και όσους ασχολούνται με το πώς μπορεί ο χρηματοπιστωτικός κλάδος να αποτελέσει κινητήρια δύναμη για οικονομική ανάπτυξη όταν προσπαθεί ακόμη να προσδιορίσει το πώς θα μοιάζει μια τράπεζα σε πέντε έτη από σήμερα.

Μπορούν οι τράπεζες να είναι κερδοφόρες και οικονομικά χρήσιμες στο σημερινό κλίμα; Ο Bill Gross της Janus Capital σε κείμενό του την προηγούμενη εβδομάδα λέει πως είναι απίθανο:

Αντί για τη δημιουργία οικονομικής ανάπτυξης ιστορικά, μέσω της επίδρασης του πλούτου και της μετάδοσης στην πραγματική οικονομία, τα αρνητικά επιτόκια επενδύσεων και η επέκταση των ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης δημιουργούν αρνητικά αποτελέσματα για τα οποία προειδοποιώ εδώ και χρόνια. Οι αρνητικές αποδόσεις απειλούν το περιθώριο κέρδους των τραπεζών, καθώς οι καμπύλες αποδόσεων ισοπεδώνονται παγκοσμίως και τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια συρρικνώνονται. Η πρόσφατη κατάρρευση των τιμών των τραπεζικών μετοχών παγκοσμίως δεν εξηγείται τόσο από τις ενδεχόμενες χρεοκοπίες στο χώρο της ενέργειας και των εμπορευμάτων, όσο από την διαπίστωση των επενδυτών ότι οι τράπεζες όχι μόνο εποπτεύονται πιο αυστηρά τώρα, αλλά η μελλοντική απόδοση των ιδίων κεφαλαίων τους θα προσομοιάζει περισσότερο με αυτή μιας μετοχής κοινής ωφελείας.

Σε ό,τι αφορά το fintech -που σε γενικές γραμμές είναι η απειλή ότι μικρότεροι, πιο ευέλικτοι, ψηφιακά εξοικειωμένοι ανταγωνιστές θα κλέψουν κομμάτια του πυρήνα των τραπεζικών εργασιών- ο τραπεζικός τομέας φαίνεται να σφυρίζει αδιάφορα. Ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan Jamie Dimon, υποστήριξε την προηγούμενη εβδομάδα ότι οι τράπεζες “είναι πολύ καλές στη χρήση ψηφιακής τεχνολογίας για τη διευκόλυνση των πελατών” και πως “θα είναι μία πρόκληση για τον οποιοδήποτε να είναι καλύτερος, πιο γρήγορος και πιο φθηνός από εμάς”.

Αλλά οι επιπτώσεις της αυξημένης εποπτείας του κλάδου είναι ασήμαντες σε σχέση με τις προκλήσεις που θέτει το fintech, δήλωσε την προηγούμενη εβδομάδα στην τηλεόραση του Bloomberg ο διευθύνων σύμβουλος της Erste Group Bank Andreas Treichl. “Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε την ψηφιακή πρόκληση, διότι εάν δεν καταφέρουμε να προχωρήσουμε στην ψηφιακή εποχή δεν θα προχωρήσουμε καθόλου”. Όσο περισσότερο κρατάει η άρνηση των τραπεζιτών για το χάος που μπορεί να τους προκαλέσει το fintech, τόσο μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχουν.

Οι τράπεζες και οι τραπεζίτες φέρουν ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει. Δείτε για παράδειγμα στη Γερμανία, όπου η μονάδα Hypovereinsbank της Unicredit, διεκδικεί αποζημίωση ύψους 140 εκατ. ευρώ από τον πρώην οικονομικό διευθυντή της, τον πρώην επικεφαλής επενδυτικής τραπεζικής και τον πρώην διευθυντή ιδιωτικής τραπεζικής. Στην τράπεζα επιβλήθηκαν εξοντωτικά πρόστιμα για μία φορολογική απάτη που μεταχειρίστηκε με δόλιο τρόπο τους κανόνες μετοχικού κεφαλαίου και μερίσματος για τη δημιουργία παράνομων κερδών.

Παρά το πλήθος των δικηγόρων που τόνισαν ότι η πρακτική ήταν νόμιμη, κανείς από όσους συμμετείχαν στην ευρέως διαδεδομένη κατάχρηση (πολλές άλλες τράπεζες είχαν εμπλακεί σε παρόμοια συστήματα) δεν θα μπορούσε να έχει αυταπάτες για το τι έκανε: παράτυπες συναλλαγές οι οποίες εν τέλει κόστισαν στην τσέπη των Γερμανών φορολογούμενων. Αυτού του είδους οι απάτες είναι ενδεικτικές της κοινωνικά άχρηστης χρηματοπιστωτικής μηχανικής που έφτασε στο ζενίθ της λίγο πριν την πιστωτική κρίση και την οποία οι ρυθμιστικές αρχές προσπαθούν τώρα θα θέσουν εκτός νόμου.

Μιλώντας για ρυθμιστικές αρχές, αξιωματούχοι στην Ευρώπη συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο ότι οι πολιτικές τους πλήττουν τις τράπεζες. Τα αρνητικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας -το να πληρώνουν οι τράπεζες για το προνόμιο να διατηρούν εκεί τα χρήματά τους- δεν μπορούν να μετακυληθούν στους πελάτες διότι υπάρχει ο φόβος ότι θα μεταφέρουν τις καταθέσεις τους αλλού. Και για τις μικρότερες τράπεζες, η αυξημένη εποπτεία σημαίνει περισσότερη γραφειοκρατία η οποία με τη σειρά της αφαιρεί πόρους οι οποίοι διαφορετικά θα μπορούσαν να βοηθήσουν την οικονομία. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της διαβούλευσης για την αξιολόγηση των συνεπειών των 40 νέων κανόνων, δήλωσε την προηγούμενη εβδομάδα ο επικεφαλής των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πλέον, οι μεγάλες τράπεζες πιθανότατα εύχονται να είχαν διαμελιστεί και χωριστεί σε κομμάτια από τις ρυθμιστικές αρχές. Αντιθέτως, μοιάζουν σε τόσο άθλια κατάσταση όσο ένας υπέρβαρος καλοφαγάς που κάνει δίαιτα με μαρούλι και νερό. Ο κατάλογος των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν είναι τρομακτικός -οι επόπτες της αγοράς πρέπει να είναι προσεκτικοί ώστε στην προσπάθειά τους να καταστήσουν το περιβάλλον μετά την κρίση πιο ασφαλές να μην το κάνουν επίσης τοξικό.