Aπό τον Τάκη Θεοδωρόπουλο

Αν ζούσε ο Μάνος Χατζιδάκις προχθές θα γιόρταζε τα ενενηκοστά του γενέθλια. Μου το θύμισε ο Παύλος Τσίμας, όταν με κάλεσε στην εκπομπή του στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ για να μιλήσω για τη συνεργασία μου μαζί του. Ούτως ή άλλως, όμως, δύσκολο να ξεφύγεις από τα επιμνημόσυνα αφιερώματα στη μνήμη του, η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δημοφιλία που απολάμβανε όσο ζούσε. Βλέπετε, ο Χατζιδάκις ήταν δεξιός, κοινώς αντιδραστικός σε μια χώρα που διαγωνιζόταν στον στίβο της προόδου και η δημιουργία γινόταν αποδεκτή μόνον όταν πήγαζε από τον λαό και απευθυνόταν στον λαό. Οι μουσικές του δεν ακούγονταν στις διαδηλώσεις και ο ίδιος είχε δηλώσει πως δεν τον ενδιέφερε να την τραγουδούν στα στάδια και στις πλατείες. Αφήστε που έκανε και κακές παρέες. Ηταν φίλος του Καραμανλή.

Οταν τον γνώρισα, στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, ήταν περίπου εξήντα ετών και στη χώρα είχε επικρατήσει ο πασοκισμός. Η κυριαρχία του εκτεινόταν σε όλo τον δημόσιο βίο, από την πολιτική και την οικονομία έως τη γλώσσα, την ενδυμασία και τη συμπεριφορά. Ο πασοκισμός δεν ήταν πολιτική. Ηταν νοοτροπία, από την πιο εκχυδαϊσμένη της εκδοχή, την «Αυριανή», έως τις πιο εκλεπτυσμένες. Αυτές τις τελευταίες τις επεξεργαζόταν, υποτίθεται, η αριστερή διανόηση με ικανοποιητική δουλοπρέπεια απέναντι στην πολιτική εξουσία, επαιτώντας κοινό μέσω των προοδευτικών της ιδεών.

Τότε επεβλήθη η ενιαία σκέψη. Για να σε ακούσουν έπρεπε να είσαι εναντίον του πολέμου, υπέρ της παγκόσμιας ειρήνης, εναντίον της πυρηνικής ενέργειας, υπέρ των πάσης φύσεως απεργών και των απεργιών τους, να πιστεύεις ότι ο αγρότης είναι ο καλύτερος φίλος της προόδου, έπρεπε να θεωρείς τη δεξιά ξενόδουλη, κι ακόμη κι αν δεν πίστευες στον χιλιαστικό κομμουνισμό, έπρεπε να δηλώνεις σοσιαλιστής. Προσοχή, όχι σοσιαλδημοκράτης. Επρεπε επίσης να πιστεύεις πως τον Εμφύλιο τον έκαναν επίτηδες οι Αγγλοι, πως ο Βελουχιώτης ήταν ήρωας σαν τον Κολοκοτρώνη και να κλαις τη μοίρα σου που δεν τον άφησαν να ολοκληρώσει το θεάρεστο έργο του. Ησουν βέβαιος πως ο Καραμανλής κατέστρεψε την Αθήνα με την αντιπαροχή, έπρεπε να παίρνεις στα σοβαρά ιστορικούς όπως ο Κορδάτος και ακόμη κι αν δεν είχες διαβάσει τον Μακρυγιάννη, έπρεπε οπωσδήποτε να τον σέβεσαι γιατί ήταν αδικημένος σαν την ίδια την Ελλάδα. Ο καπιταλισμός ήταν κακό πράγμα. Ακόμη χειρότερο και από τον καπιταλισμό ήταν η Αμερική. Χειρότερο δεν υπήρχε γι’ αυτό και δεν το αναφέρω. Διά της πολιτικής εξουσίας η ενιαία σκέψη κατέλαβε την εκπαίδευση, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν γενιές που δεν έμαθαν ποτέ να σκέφτονται. Τους έφτανε να παπαγαλίζουν τις βεβαιότητες της προοδευτικής Ελλάδας.

«Μελαμψές φυλές, κοντοπόδαρες… των συντρόφων τους θύτες γι’ αμνηστία οι αλήτες τώρα διοικητές…», τραγουδούσε ο Σαββόπουλος στους «Κωλοέλληνες» και έπεσαν να τον φάνε οι κήνσορες της ενιαίας σκέψης. Οι εστίες της αντίστασης ήταν ελάχιστες. Οπως είχε επισημάνει ο Παναγιώτης Κονδύλης, το έδαφος της αστικής Ελλάδας ήταν φτενό. Μία απ’ αυτές τις εστίες αντίστασης ήταν ο Χατζιδάκις. Δεν ήταν κανένα πνευματικό μέγεθος που να εμπνέει δέος. Ηταν άνθρωπος ευφυής, είχε εμπιστοσύνη στο ταλέντο του και ήταν ανδρείος. Παρά την προστασία του Καραμανλή, ούτε η Νέα Δημοκρατία της εποχής εκείνης μπόρεσε να τον αντέξει. Ο πασοκισμός είχε περάσει ακόμη και στις τάξεις της. Ηταν ευαίσθητος και η μουσική του, αν κερδίζει όλο και περισσότερο, είναι γιατί μας κάνει να νοσταλγούμε εκείνη την αστική ζωή που έχει ταφεί στα ερείπια του τρωγλοδυτισμού.

Τον διαδέχθηκαν οι «Χατζιδακικοί», ατάλαντοι της έντεχνης πλήξης που τον επικαλέστηκαν για να καλύψουν τα δικά τους κενά. Πολλοί από όσους τον καταδίκαζαν δημοσία τότε, και υπερασπίζονταν τις αυριανικές αθλιότητες, σήμερα ομνύουν στο όνομά του. Δεν έχει σημασία. Πολλοί αναρωτιούνται πώς θα ήταν αν ζούσε σήμερα. Οπως ήταν όταν ζούσε. Θα τον έβριζαν από το πρωί ώς το βράδυ. Σημασία, αντιθέτως, έχει πως όσοι τότε πίστευαν πως η επιδημία του πασοκισμού ήταν μια παρένθεση σε μια Ελλάδα που η μοίρα της ήταν ευρωπαϊκή διαψεύστηκαν. Ο πασοκισμός εξελίχθηκε στον σημερινό τρωγλοδυτισμό. Ή για να το πω λενινιστικά: «Ο τρωγλοδυτισμός είναι το τελευταίο στάδιο του πασοκισμού».

Η δύναμη της ενιαίας σκέψης είναι η ευκολία με την οποία μεταδίδεται από στόμα σε στόμα, όπως ο Μαύρος Θάνατος στις πολιτείες του Μεσαίωνα. Ειδικά όταν διαθέτει τόσο ισχυρούς μηχανισμούς όπως είναι η εκπαίδευση. Μη γελιέστε, η καταδίκη της αριστείας ή η κατάργηση του μαθήματος της λογοτεχνίας –το ουσιαστικότερο αντίδοτο στην ενιαία σκέψη– είναι μάχες που κερδίζει η ενιαία σκέψη. Επειδή όμως τα υλικά της είναι οι βεβαιότητες και τα στερεότυπα, δεν μπορεί να μεταβολίσει πνευματική ενέργεια, δεν ανανεώνεται και κάποια στιγμή αποχυμώνεται, όπως όλοι οι ολοκληρωτισμοί. Είναι αυτό που ζούμε σήμερα: η ελληνική κοινωνία δεν έχει τα μέσα για να σκεφθεί αυτό που της συμβαίνει, άρα δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρόν της, όπως ο τρωγλοδύτης δεν μπορεί να ξεφύγει από το δικό του παρόν. Θεωρεί πως η ζωή στους βράχους είναι φυσιολογική.

«Καληνύχτα, Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ». Στην απαισιόδοξη αυτή ιστορία, υπάρχει και κάτι αισιόδοξο. Επειδή οι κοινωνίες δεν αυτοκτονούν, επειδή η σύγχρονη Ελλάδα στη σύντομη ιστορία της έχει αποδείξει πως μέσα στις καταστροφές μπορεί να γεννήσει ιδέες, μεγάλες ή μικρές, που της επιτρέπουν να ανακάμψει, ας ελπίσουμε πως δεν θα υποκύψει στον ζυγό του τρωγλοδυτισμού. Δεν είμαστε και Βενεζουέλα, απ’ όπου κι αν μας πιάσεις.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ