Γιάννης Δημαράκης: Τα 3 σημαντικά λάθη της κυβέρνησης στη διαπραγμάτευση και τα 3 λάθη που επιτέλους διόρθωσε

04.05.2016 18:16

Γιάννης Δημαράκης

Σύμβουλος σε θέματα διαπραγματεύσεων, Συγγραφέας

Η Ελλάδα για άλλη μια φορά βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι. Καθώς πλησιάζουμε στο κρίσιμο Eurogroup στις 9 Μαΐου, η ελληνική κυβέρνηση πασχίζει ν’ αποφύγει μοιραία περσινά λάθη που οδήγησαν στα γεγονότα του περασμένου Ιουλίου. Σχεδόν ένα χρόνο μετά τα δραματικά γεγονότα του Ιουνίου – Ιουλίου 2015, υπάρχουν διαπραγματευτικά λάθη που η κυβέρνηση κατάφερε να διορθώσει, αλλά δυστυχώς υπάρχουν και λάθη τα οποία επαναλαμβάνονται.

Στα θετικά σίγουρα πρέπει να σημειωθεί ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν στηρίζεται πλέον στον «έναν», τον χαρισματικό διαπραγματευτή που τα κάνει όλα μόνος του. Τους πρώτους μήνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ ο αλησμόνητος Γιάνης είχε αναλάβει να προετοιμάσει τις ελληνικές θέσεις, να χειριστεί τις επαφές με τους κρίσιμους παίκτες στην Ευρώπη και όχι μόνο, να χειριστεί τις απανωτές συνεδριάσεις του Eurogroup, να παζαρέψει, να επιχειρηματολογήσει και να (μη) συμβιβαστεί τελικά. Έναν χρόνο μετά, ο χειρισμός της διαπραγματευτικής διαδικασίας έχει γίνει πιο συλλογικός και είναι εμφανές ότι η ελληνική πλευρά έχει μεγαλύτερο βάθος στελεχών.

Άλλο ένα στοιχείο που δημιουργεί μια σχετική αισιοδοξία, είναι η διατύπωση ρεαλιστικών προτάσεων, ως αντίδραση στις απαιτήσεις των δανειστών. Από όσο γνωρίζουμε, η διαπραγμάτευση έχει κολλήσει στα προληπτικά μέτρα που ζητά, κυρίως αλλά όχι μόνο, το ΔΝΤ, σε περίπτωση που δεν επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι. Η ελληνική κυβέρνηση αντιπρότεινε την υιοθέτηση ενός «κόφτη» δημοσίων δαπανών αντί για τη νομοθέτηση των μέτρων.

Είναι ίσως η πρώτη φορά που βλέπουμε την κυβέρνηση να μην αρκείται σε μια άρνηση ή και σε κραυγές περί αδικίας, εκβιασμών κ.λπ. και να προχωρά σε αντιπροτάσεις που διέπονται από ρεαλισμό. Ευνόητο είναι ότι η ελληνική πρόταση δεν θα γίνει αποδεκτή ούτε εύκολα, ούτε ατόφια. Στις διαπραγματεύσεις όμως, οι προτάσεις είναι εκείνες οι οποίες προωθούν τη διαδικασία προς ένα αποτέλεσμα. Τα στείρα επιχειρήματα και οι ιδεολογικές εμμονές συνήθως αφήνουν την πρωτοβουλία στην άλλη πλευρά.

Σε ό,τι αφορά τα θετικά, πρέπει επίσης να σημειωθεί και η ύπαρξη έστω κάποιων «χλιαρών» συμμαχιών. Πέρσι η Ελλάδα βρέθηκε μόνη απέναντι σε όλους. Φέτος, υπάρχουν χώρες που έστω και διακριτικά έχουν σταθεί στο πλευρό της και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τηρεί σαφώς πιο διαλλακτική στάση. Οι σοσιαλιστές και δημοκράτες στο ευρωκοινοβούλιο, η δεύτερη σε μέγεθος κοινοβουλευτική ομάδα, δια του Τζάνι Πιτέλα έχουν πάρει σαφή θέση υπέρ της Ελλάδας. Αν και οι παραπάνω συμμαχίες δεν είναι αρκετές για να επικρατήσουν τελικά οι ελληνικές θέσεις, δημιουργούν ένα περιβάλλον σαφώς λιγότερο εχθρικό από το αντίστοιχο περσινό.

Δυστυχώς όμως, υπάρχουν και λάθη τα οποία επαναλαμβάνονται και επιβαρύνουν διαπραγματευτικά την ελληνική θέση.

Το πιο σημαντικό έχει να κάνει με τη διαχείριση του χρόνου. Τον Φεβρουάριο του 2015 η κυβέρνηση πέτυχε μια τετράμηνη παράταση του ισχύοντος δεύτερου μνημονίου, εξασφαλίζοντας ικανό χρόνο για να ολοκληρώσει τη διαπραγμάτευσή της. Αυτή ήταν σίγουρα μια θετική ενέργεια δεδομένων των τότε πολιτικών συνθηκών.Από εκείνο το χρονικό σημείο και έπειτα, η διαχείριση του χρόνου ήταν καταστροφική.

Ο χρόνος σπαταλήθηκε σε ατέρμονες επιχειρηματολογίες στα διαδοχικά Eurogroups και γενικότερα σε αυτό που έχει αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη ως «Βαρουφακιάδα». Η ελληνική κυβέρνηση όφειλε να έχει καταλάβει ότι όταν καλείται να λειτουργήσει υπό πίεση χρόνου, η ισορροπία γέρνει ακόμη περισσότερο υπέρ των δανειστών. Οι σχεδόν επτά μήνες που πέρασαν από την έναρξη της τωρινής διαπραγμάτευσης ήταν σε κάθε περίπτωση αρκετοί ώστε υπάρξει συμφωνία.

Κάθε εβδομάδα που περνά, η θέση της ελληνικής κυβέρνησης χειροτερεύεικαι η τελευταία καλείται να κάνει χειρισμούς υπό πίεση χρόνου και ακόμη μεγαλύτερης οικονομικής στενότητας. Από τα τέλη του Ιανουαρίου η κυβέρνηση έπρεπε να επιταχύνει τη διαπραγμάτευση (υπάρχουν πολύ συγκεκριμένοι τρόποι για να επιτευχθεί αυτό) και να την κλείσει. Εάν το αφορολόγητο θα οριστεί τελικά στα 9.100 ή στα 8.850 ευρώ, είναι δευτερεύον σε σύγκριση με τη γενικότερη αστάθεια και ανασφάλεια που προκαλεί η παράταση της εκκρεμότητας. Οι επενδύσεις, το μοναδικό φάρμακο στο μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας, την ανεργία, έχουν παγώσει, όπως όλες οι υπόλοιπες ζωτικές κινήσεις της αγοράς, όπως η κατανάλωση, οι προμήθειες κ.λπ.

Επίσης, όπως έχει επισημάνει ήδη ο πρωθυπουργός, η διαπραγμάτευση είναι κρίσιμη και σύνθετη, διότι εμπλέκονται περισσότερα από δύο μέρη και υπάρχουν πολλά ανοικτά θέματα στο τραπέζι. Ακριβώς επειδή είναι έτσι τα πράγματα, η κυβέρνηση όφειλε (όπως πέρσι) να γνωρίζει ποια είναι η ενδεδειγμένη στρατηγική για την αντιμετώπιση μιας τόσο απαιτητικής διαπραγμάτευσης, ειδικά όταν είναι κανείς στην αδύναμη πλευρά. Η ελληνική κυβέρνηση δε δείχνει να γνωρίζει πώς μπορεί να δομήσει μια στρατηγική για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων. Απόδειξη αποτελεί η όψιμη απαίτηση των δανειστών για την υιοθέτηση των προληπτικών μέτρων. Αυτό μπορούσε να έχει αποφευχθεί ή και να έχει αντιμετωπιστεί πολύ νωρίτερα.

Τέλος, είναι δυσάρεστα εντυπωσιακή η επιμονή της ελληνικής κυβέρνησης στην πολιτική, έναντι της τεχνικής διαπραγμάτευσης. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2011, ο Ευάγγελος Βενιζέλος εκδίωξε τα τεχνικά κλιμάκια της τρόικα για να πετύχει πολιτική λύση. Λίγες ημέρες αργότερα επέστρεψε από τις Βρυξέλλες με το «χαράτσι της ΔΕΗ» υπό μάλης. Ο Βαρουφάκης, προσπάθησε να λύσει όλο το πρόβλημα στο πλαίσιο του Eurogroup, ενός κατ’ εξοχήν πολιτικού οργάνου.

Τον περασμένο Ιούνιο, ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να λύσει το πρόβλημα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, την επιτομή του πολιτικού πεδίου. Τα αποτελέσματα αυτής της στρατηγικής είναι γνωστά. Το Βατερλώ των Wikileaks, όχι μόνο απέτυχε να μεταθέσει τη συζήτηση από το τεχνικό στο πολιτικό πεδίο, αλλά τελικά σκλήρυνε τη στάση των δανειστών. Η παγερή αντιμετώπιση του Αλέξη Τσίπρα από τον Φρανσουά Ολάντ κατά την πρόσφατη επίσκεψη του πρώτου στο Παρίσι, καταδεικνύει ότι αυτή η στρατηγική δεν μπορεί να αποδώσει τίποτα.

Ανεξάρτητα από την επιτυχία των επιμέρους χειρισμών, οι παρατηρητές της διαπραγμάτευσης, δεν πρέπει να ξεχνούν μια βασική αρχή. Οι διαπραγματευτικοί χειρισμοί δεν κρίνονται από την επιδεξιότητα των χειριστών ή και από τις προθέσεις τους. Κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Αναμένοντας λοιπόν το αποτέλεσμα, ας ελπίσουμε ότι σε λίγες ημέρες θα έχουμε έναν έντιμο συμβιβασμό.





Shortlink:

Contact us | About us | Terms & conditions | Privacy policy
Mikrometoxos 2014