Οι κάτοικοι του σπιτιού; –ποιος στη χάρη τους! Μπορούν να βγάλουν δυό καρέκλες και ένα τραπεζάκι στη βεράντα και να ρομαντζάρουν αδιάκοπα από τον Απρίλιο ως τον Νοέμβριο. Ούζο ή κρασί, εφημερίδα ή βιβλίο, τάβλι ή τράπουλα, ρεμπέτικα ή σονάτες, κουβεντολόι ή καυτά φιλιά. Ό,τι και να διαλέξουν θα είναι βασιλιάδες. Άρχοντες στην αετοφωλιά τους.

Ακούστε τώρα το ευτράπελο: Αντί να απολαμβάνουν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι –και οι φιλοξενούμενοί τους– τη βεράντα, την έχουν μετατρέψει σε αποθήκη. Έχουν στοιβάξει ό,τι σαβούρα και παλιατσαρία διαθέτουν. Ετοιμόρροπα έπιπλα, σκουριασμένα εργαλεία, χαλιά που θέλουν επειγόντως πέταμα ή καθάρισμα, μια ρόδα αυτοκινήτου κι ένα καροτσάκι μωρού… Με μισοκατεβασμένα τα στόρια, περνάνε τη ζωή τους μέσα στο μίζερο διαμέρισμα, βλέποντας τηλεόραση, ξεσκονίζοντας ατέρμονα κάτι ψευτοπορσελάνες –οικογενειακά δήθεν κειμήλια–, σιχτιρίζοντας ο ένας τον άλλον. Περδόμενοι ή αυνανιζόμενοι…

Η ύπαρξη της ίδιας της βεράντας έχει αρχίσει στο μυαλό τους να θολώνει. Εάν κάποιος τους πληροφορούσε ότι αρκεί να κάνουν τρία βήματα και να ανοίξουν μια μπαλκονόπορτα για να βρεθούν στον παράδεισο, θα τον κοιτούσαν με άκρα δυσπιστία. Θα τον υποψιάζονταν για απατεώνα, ο οποίος επιδιώκει να τους βγάλει απ’ το σπίτι τους με σκοπό να σουφρώσει τα ασημικά και τα εικονίσματα. Τρισχειρότερα: Να τους κλέψει την τηλεόραση και το μόντεμ του ίντερνετ, που κατέληξαν –από πότε άραγε;– οι μόνοι δίαυλοί τους προς τον έξω κόσμο.

Η βεράντα-αποθήκη (η οποία πράγματι μαραίνεται κάπου στην Άνω Κυψέλη) συνοψίζει με ανατριχιαστική ακρίβεια την κατάσταση της Ελλάδας: Μια χώρα με ευλογημένη θέση, με ανυπολόγιστη δυναμική, διάγει κλεισμένη στον εαυτό της. Ηδονίζεται μαζοχιστικά ξύνοντας τις πληγές της. Κυνηγάει, μέσα σε αραχνιασμένες κάμαρες φαντάσματα. Βαράει το κεφάλι της σε τοίχους. Και στη βεράντα –στη χαρά του Θεού– σήπονται αυτάρεσκα τα σκουπίδια.

Ονομάστε τη βεράντα κοινοβούλιο, στα έδρανα του οποίου γουργουρίζει αυτάρεσκα –με την ψήφο του λαού– ένα συνονθύλευμα από κομματόσκυλα, αριβίστες, εμμονικούς έως και υποσμικούς τύπους.

Ονομάστε την δημόσια διοίκηση: Αργόσυρτη, γραφειοκρατική, δέσμια κάθε λογής συντεχνιών, πρόθυμη να εξυπηρετεί μονάχα τον εαυτό της.

Ονομάστε την εκπαίδευση: Αγκυλωμένη σε δοξασίες, αποκομμένη σκόπιμα από την παραγωγή, καχύποπτη προς κάθε διαφορετικότητα, προς κάθε ταλέντο. Ταγμένη απεναντίας στην αποστήθιση. Στην αναπαραγωγή και τη διαιώνιση των εθνικών δοξασιών μας.

Ονομάστε την μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όπου τον τόνο δίνει η τρομολαγνεία και η ημιμάθεια. Όπου το ζήτημα είναι να κάνεις νούμερα επιστρατεύοντας τα νούμερα. Όπου και η σφοδρότερη σύγκρουση πολιτισμών, και η σοβαρότερη αντιπαράθεση ιδεών παρουσιάζεται με όρους σαπουνόπερας. Οι “καλοί” και οι “κακοί”. Οι “δικοί” μας και οι “άλλοι”.

Ονομάστε την παραγωγή. Όπου η καινοτομία τίθεται σχεδόν εκτός νόμου. Όπου για τον πρωτογενή τομέα το μείζον ζήτημα είναι η φορολόγηση των αγροτών και όχι η ενθάρρυνση των εν δυνάμει ανταγωνιστικών καλλιεργειών. Όπου η όποια εναπομείνασα βιομηχανία εκβιάζεται να μεταφερθεί στις όμορες χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Ώστε οι κάτοικοι της Βόρειας Ελλάδας να μισθοδοτούνται ένθεν και να ψωνίζουν, να διασκεδάζουν, να περιθάλπτονται εκείθεν των συνόρων. Όπου περνάς των παθών σου τον τάραχο προκειμένου να ανοίξεις μια εταιρεία και φτύνεις αίμα μέχρι να την κλείσεις.

Ονομάστε την τουρισμό. Όπου η ακτογραμμή Πειραιάς-Σούνιο, το διαλεχτότερο φιλέτο της Ανατολικής Μεσογείου, παραμένει –με πρώτο το παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού– αναξιοποίητη. Που τη μερίδα του λέοντος έχουν πάρει τα ξενοδοχεία με τα βραχιολάκια. Οι φτηνές διακοπές της μπύρας πλάι στην πισίνα για το προλεταριάτο της Ευρώπης, οι οποίες υποτιμούν από κάθε άποψη την Ελλάδα ως χώρα προορισμού.

Ονομάστε την όπως θέλετε. Σταματήστε όμως να την ανέχεστε.

Το να καταντάει η βεράντα αποθήκη για άχρηστα αντικείμενα και υποκείμενα αποτελεί ανωμαλία στη φυσική τάξη. Ύβρι αληθινή.

Ή η βεράντα θα καταρρεύσει υπό το βάρος των απορριμάτων.

Ή θα την καταλάβουν γείτονες και θα την αναστήσουν. Και θα την τιμήσουν όπως τής αρμόζει.

Ή –έστω και στο πάρα πέντε, έστω και στο και πέντε– θα αποφασίσουν οι νόμιμοι ένοικοι του σπιτιού τη μεγάλη έξοδό τους.

Την έξοδό τους προς το φως.

* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας 

http://www.capital.gr/story/3084598