Τα τελευταία στοιχεία των εταιρειών εμπορίας δείχνουν ότι το Μάιο η κατανάλωση καυσίμων μειώθηκε κατά 8% συγκριτικά με πέρυσι, ενώ τα προκαταρκτικά στοιχεία του Ιουνίου, δείχνουν νέα υποχώρηση και για τα δύο καύσιμα κίνησης, δηλαδή τη βενζίνη και το ντίζελ.

Στην αρνητική για την αγορά εικόνα αυτή που δοκιμάζει εκ νέου τις αντοχές του κλάδου έρχεται να προστεθεί η πληροφορία ότι αυτό το διάστημα πραγματοποιήθηκαν ανεξάρτητες μελέτες φορέων που επικεντρώθηκαν στο καυτό θέμα του λαθρεμπορίου. Και παρότι η καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης καυσίμων και της αθέμιτης κερδοσκοπίας σε βάρος των κρατικών εσόδων αλλά και των καταναλωτών αποτελούσε μία από τις σημαίες της κυβέρνησης, φαίνεται ότι και εδώ έχουμε μια εντελώς διαφορετική – αρνητική – εικόνα.

Οι μελέτες, για τα αποτελέσματα των οποίων είναι σε γνώση το Capital.gr επικεντρώνονται στο καυτό θέμα της κλοπής στην αντλία. Δηλαδή στις ρυθμισμένες κατά τέτοιο τρόπο αντλίες ώστε ο αγοραστής να παραλαμβάνει μικρότερη ποσότητα καυσίμου από εκείνη που πλήρωσε.

Με βάση λοιπόν τις μελέτες που στηρίχθηκαν μεταξύ άλλων σε κρυφές μετρήσεις, οι “κλοπές στην αντλία” καταγράφουν σημαντική αύξηση της τάξης του 20% συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν. Το συμπέρασμα των μελετών έρχεται να προστεθεί στις πολλές ακόμη παθογένειες μιας αγοράς, η οποία καλείται να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις της χρόνιας οικονομικής κρίσης, που έφερε δραματική πτώση στις καταναλώσεις και βέβαια στην υπερφορολόγηση της βενζίνης, η οποία αναμένεται να ενταθεί ακόμη περισσότερο με την επικείμενη αύξηση των ειδικών φόρων.

Και βέβαια η υπερφορολόγηση ενίσχυσε σημαντικά το κίνητρο των λαθρεμπόρων, οι οποίοι όπως έχει διαπιστωθεί από την εμπειρία ετών, βρίσκονται πάντα ένα ή και περισσότερα βήματα μπροστά από τις διωκτικές αρχές σε τεχνολογικό εξοπλισμό, μεθόδους και οργάνωση. Πολλώ δε μάλλον σήμερα που οι προσπάθειες για έλεγχο στην αγορά περιορίζονται σε σποραδικά δελτία τύπου των συναρμόδιων υπουργείων, για μεμονωμένες περιπτώσεις πρατηρίων ή διακινητών που εντοπίστηκαν και μικροπαραβάσεις.

Και όμως όπως είχαν καταδείξει και παλαιότερες έρευνες, το φαινόμενο των “πειραγμένων” αντλιών αποτελεί μία από τις βασικές πληγές της αγοράς καυσίμων: το 2011 το Πολυτεχνείο είχε διαπιστώσει ότι το 10% των αντλιών στα πρατήρια είναι πειραγμένες παραδίδοντας λιγότερες ποσότητες από εκείνες που αγοράστηκαν από τον καταναλωτή. Το πιο συνηθισμένο ποσοστό κλοπής πάντα σύμφωνα με την τότε μελέτη ήταν 5%.

Ένα χρόνο αργότερα το 2012 νέα μελέτη του Πολυτεχνείου διαπίστωνε ότι το 95% των πρατηρίων παρουσιάζει αρνητική απόκλιση, με τη μεγάλη πλειοψηφία ωστόσο να κινείται εντός των νόμιμων ορίων. Μεγάλες ή ακραίες αποκλίσεις είχαν διαπιστωθεί στις παραδόσεις καυσίμων του 2,34% των πρατηρίων, ενώ το 17,06% των πρατηρίων εμφάνιζε αποκλίσεις στις παραδόσεις μεταξύ 1 και 2% σαφώς πάνω από το όριο.

Ο θόρυβος που είχε προκληθεί τότε οδήγησε σε ελέγχους αλλά και καμπάνιες αυτορύθμισης της αγοράς από τις ίδιες τις εταιρείες του κλάδου. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, οι εταιρείες που επικεντρώθηκαν στον έλεγχο του δικτύου τους, βγήκαν ωφελημένες αφού έχτισαν θετικό προφίλ στους καταναλωτές.

Τα νέα στοιχεία πάντως έρχονται να επιβεβαιώσουν τον άγραφο κανόνα ότι όσο πιο βαριά είναι η φορολογία στα  καύσιμα, τόσο πιο πολύ ενισχύεται το λαθρεμπόριο και η παρανομία στον κλάδο, καθώς ο υψηλός φόρος μεταφράζεται σε μεγαλύτερο όφελος για τον παρανομούντα.