Του Κώστα Στούπα

Ο βίος και η πολιτεία του πελατειακού και διαπλεκόμενου πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα είναι τέτοιος που ισχύει η παράφραση της φράσης του Νίτσε για τους θρησκευόμενους: “Όταν χαιρετώ ένα θρησκευόμενο νιώθω την ανάγκη να πλύνω το χέρι μου” έλεγε ο φιλόσοφος.

Κάτι ανάλογο ισχύει σχεδόν για το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού προσωπικού της χώρας και σχεδόν για το σύνολο του κρατικού συνδικαλισμού.

Ο μεγάλος βαθμός εμπλοκής του κράτους στην οικονομία, με ρυθμιστικούς κανόνες ή με προμήθειες έχει σαν αποτέλεσμα την αυξημένη διαφθορά ως άλλωστε είθισται συμβαίνει όταν κάποιοι διαχειρίζονται χρήματα άλλων με θεσμικό πλαίσιο ελέγχου διαμορφωμένο από τους ίδιους.

Το ελληνικό κράτος έχει συγκριτικά το μεγαλύτερο ποσοστό εμπλοκής στην παραγωγή του ΑΕΠ από το σύνολο του δυτικού κόσμου και ως εκ τούτου δεν είναι τυχαίο που η Ελλάδα παρουσιάζει τα μεγαλύτερα ποσοστά διαφθοράς στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Η πολιτική και ο συνδικαλισμός τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας αποτέλεσε την καλύτερη επιλογή απόκτησης περιουσίας κυρίως για ανθρώπους που δεν θα είχαν καμιά τύχη σε συνθήκες ισότιμων ευκαιριών. Ήτοι, σε συνθήκες αγοράς και αξιοκρατίας.

Κλειδί ήταν η διαπλοκή πολιτικών, πελατών και ολιγαρχών σε βάρος της κοινωνίας, της αξιοκρατίας  και της ελεύθερης οικονομίας.

Η διαπλοκή πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων μπορεί να λάβει πολλές μορφές. Οι βασικότερες από αυτές είναι η πρόταξη του εθνικού ή του λαϊκού συμφέροντος.

Όλοι οι απατεώνες σε όλες τις εποχές ξεγελούν τα θύματά τους αφού τα διαβεβαιώσουν πως λειτουργούν με γνώμονα το συμφέρον των τελευταίων.

Το προαπαιτούμενο…

Εσχάτως, μια από τις βασικές διαφορές μεταξύ κυβέρνησης και “Κουαρτέτου” (πρώην τρόικας) εντοπίζεται στο προαπαιτούμενο 41 που αφορά στη δραστική μείωση της τιμής ενός φαρμάκου από τη στιγμή που χάνει τα δικαιώματα πατέντας και γίνεται αυτό που ονομάζεται γενόσημο.

Όποια εταιρεία ανακαλύπτει ένα νέο φάρμακο έχει το δικαίωμα της αποκλειστικής εκμετάλλευσης σε όποια τιμή θέλει για 12-15 χρόνια και μετά οποιαδήποτε εταιρεία μπορεί να το παράγει και να το πουλά σε όποια τιμή επίσης θέλει.

Στην Ελλάδα κατά κύριο λόγο παράγουμε μόνο γενόσημα φάρμακα και ο κλάδος παρουσιάζει δυναμισμό, ιδίως σε ότι αφορά τις ελάχιστες εταιρείες που δεν εστιάζουν στην εσωτερική προβληματική αγορά, αλλά στις εξαγωγές.

Το “κουαρτέτο” λοιπόν ζητά μέτρα για φθηνότερα γενόσημα προκειμένου να μειωθεί το κόστος της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης. Η κυβέρνηση αντιστέκεται και αντιπροτείνει η μείωση να γίνει σταδιακά σε βάθος χρόνου γιατί μια απότομη μείωση των γενοσήμων ενδέχεται να πλήξει τις περισσότερες εγχώριες βιομηχανίες που είτε παράγουν με υψηλό κόστος λόγω μικρής ανταγωνιστικότητας (όπου υψηλή φορολογία και εισφορές παίζουν καθοριστικό ρόλο…) είτε δουλεύουν με πολύ υψηλά περιθώρια κέρδους σε βάρος των φορολογουμένων και της κοινωνίας.

Η μία πλευρά διατείνεται πως πρέπει να προστατευτεί ότι έχει μείνει από την εγχώρια παραγωγή έστω και με μέτρα διακριτικού προστατευτισμού το κόστος των οποίων επιβαρύνει φορολογούμενους και ασθενείς.

Η άλλη πλευρά διατείνεται πως τα μέτρα προστασίας ενός κλάδου από το διεθνή ανταγωνισμό δεν βοηθούν τον κλάδο να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά του και άρα μακροπρόθεσμα φαλκιδεύουν τις πιθανότητες επιβίωσής του.

Στην προκειμένη περίπτωση οι πολιτικοί καλούνται να αποφασίσουν πόσα θα κερδίζουν οι βιομήχανοι και πόσα θα πληρώνουν οι ασθενείς και οι φορολογούμενοι. Η κυβέρνηση για το καλό της ελληνικής βιομηχανίας υποστηρίζει πως δεν πρέπει να πέσουν οι τιμές των φαρμάκων γρήγορα.

Οι δανειστές για το καλό των ασθενών των φορολογουμένων και προφανώς για να πάρουν  κάποτε κάτι από τα δανεικά πίσω υποστηρίζουν πως πρέπει οι τιμές να πέφτουν γρήγορα.

Ούτως η άλλως όμως μόνο το 20% των φαρμάκων που αφορά αυτή η ιστορία παρασκευάζονται από ελληνικές εταιρείες, το υπόλοιπο 80% εισάγεται.

Οι εκπρόσωποι της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας διατείνονται πως αν εξαφανιστεί η εγχώρια παραγωγή μέσω του σκληρού ανταγωνισμού με φθηνότερα εισαγόμενα φάρμακα, μετά οι εισαγωγείς θα ανεβάσουν τις τιμές και θα πληρώνουμε ακριβότερα φάρμακα. Το επιχείρημα δεν είναι καινούργιο το υποστηρίζουν όλοι οι συνδικαλιστικοί φορείς των μονοπωλίων του δημοσίου προκειμένου να μην ανοίξουν οι αγορές.

Συνήθως όταν υπάρχουν δυο πλευρές με αντίθετα επιχειρήματα η αλήθεια μπορεί να βρίσκεται κάπου στη μέση.

Από την άλλη πλευρά θα πρέπει να αναλογιστούμε αν πρέπει να πληρώνουμε ακριβότερα τα φάρμακα για να έχουμε φαρμακοπαραγωγή και προστατευμένα εισοδήματα φαρμακοποιών, αν πρέπει να πληρώνουμε ακριβότερα τα έργα υποδομής για να έχουμε κατασκευαστικό κλάδο, ακριβότερα κρασιά για να έχουμε οινοπαραγωγή, ακριβότερα γεωργικά προϊόντα για να έχουμε αγρότες κλπ. Πιθανότατα αυτό σημαίνει πως κάτι κάνουμε λάθος και αργά η γρήγορα σε ένα διεθνοποιημένο οικονομικό περιβάλλον θα καταρρεύσουμε.

Αν πληρώνουμε τα πάντα ακριβότερα απ’ ότι μπορούμε να τα εισάγουμε σημαίνει πως κάτι κάνουμε λάθος και πως είναι θέμα χρόνου να πουλήσουμε την ίδια τη χώρα και το μέλλον των παιδιών μας.

Εκεί βρισκόμαστε τώρα, στο στάδιο της κατάρρευσης….

Το ερώτημα είναι αν οι πολιτικοί αποφασίζουν με βάση το κοινό συμφέρον ή το ίδιον συμφέρον. Με τόσους εκατομμυριούχους στην πολιτική είναι προφανές τι συμβαίνει εδώ και δεκαετίες…

[email protected]