Ηταν γύρω στις 12 το μεσημέρι της Κυριακής στον πρώην φούρνο “Ηπειρώτισσα” της Βάρης-Κορωπίου (που προσπαθεί να γίνει delicatessen για να ανταποκριθεί στους απαιτητικούς επωνύμους, αλά Espresso,) που κατοικούν στην ευρύτερη περιοχή.
Η “Ε” αμέριμνη, πίσω από τα μαύρα γιαλιά, φορώντας ένα τζιν σορτσάκι που αποκάλυπτε τα χυτά πόδια της περίμενε στο ταμείο για να πληρώσει τον καφέ της.
Ηταν τόσο αμέριμνη και υπεράνω-όπως ταιριάζει σε μια ντίβα των νοτίων προαστείων- για όσα έγραφαν για εκείνη οι εφημερίδες και τα περιοδικά που κρεμόντουσαν στα περίπτερα.
Η ίδια-όπως και πασίγνωστος πολιτικός και πρώην υπουργός- ανάμεσα στους πρωταγωνιστές στο πρόσφατο Mykonos Gate-ένα συναρπαστικό πολιτικοαστυνομικό θρίλερ με sex, κόκα και νταλαβεριτζήδες πάσης φύσεως.
Η ηρωική ρεπόρτερ του “Πρώτου Θέματος” Τζέσυ Αντωνάκη επέστρεψε μόλις από το Νησί των Ανέμων και αφηγείται την συναρπαστική ιστορία.
Αντί να διαβάζετε τις βλαχολίστες των κομμάτων απολαύστε την Ιστορία της “Ε”>
Το όνομά της ακούγεται καθαρά στις απομαγνητοφωνημένες τηλεφωνικές συνομιλίες που κατέγραψε ο σούπερ κοριός της ΕΛ.ΑΣ.
Το μεγάλο αφεντικό του κυκλώματος μαστροπείας και διακίνησης κοκαΐνης στη Μύκονο είναι σε μεγάλα κέφια λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 2ας Αυγούστου.
Ο 34χρονος μόλις έχει σνιφάρει κόκα πρώτης ποιότητας μαζί με την Ε., λόγος αρκετός για να αποκαλέσει το σκηνικό που ζει «υπερχάι» στη διάρκεια της τηλεφωνικής συνομιλίας που έχει με φίλο του, τον οποίο καλεί στο σπίτι άμεσα για να μοιραστεί αυτή τη «σούπερ» εμπειρία.
Η κόκα είναι καλή και ακόμα καλύτερη η συντροφιά του αρχηγού του κυκλώματος αφού το καλαμάκι της δόσης του, όπως λέει, δεν το μοιράζεται με οποιοδήποτε μοντελάκι της σειράς, έτοιμο να κάνει τα πάντα για καμιά εκατοστή -εύκολα- ευρώ, αλλά με ένα επώνυμο πρώην μοντέλο που στα 40 του πια έχει γράψει στο προσωπικό του κοντέρ άπειρα χιλιόμετρα στην dolce vita της ταραχώδους πορείας του.
Η ψιλόλιγνη μελαχρινή καλλονή διατηρεί στα 40 της αμάραντη τη μεσογειακή ομορφιά της, αλλά και τη διάθεσή της για τη μεγάλη ζωή, τα λούσα, τα γλέντια και κυρίως το άφθονο χρήμα.
Μια σταχτοπούτα που ήθελε να γίνει σταρ της τηλεόρασης εδώ και τώρα, εξασφαλίζοντας πρώτα την καλή ζωή δίπλα σε ισχυρούς και εύπορους συντρόφους – κάποιος μάλιστα την παντρεύτηκε κιόλας. Οσο για το προσωπικό της ημερολόγιο, μια πλειάδα εραστών και καυτών προσωπικών στιγμών της παρελαύνουν από τις ροζ σελίδες του, οι οποίες λίγο έλειψε κάποτε να γίνουν δημόσιο -best seller- ανάγνωσμα.

Η 40άρα σήμερα Ε. ποτέ δεν ήταν γυναίκα χαμηλών τόνων. Μοντέλο που κάποτε έδρεψε δάφνες στη σόουμπιζ, είχε μεγάλα όνειρα για τη ζωή της. Ενα πανέμορφο κορίτσι, με δίπλωμα επάρκειας καθηγήτριας χορού, που απέτυχε να ενταχθεί στο δυναμικό της Λυρικής Σκηνής. Μια αποτυχία που διόλου την πτόησε αφού το εντυπωσιακό της παρουσιαστικό και οι υπέρμετρες φιλοδοξίες της ήταν αδύνατο να χωρέσουν σε μια σκηνή θεάτρου ή σε μια ταπεινή αίθουσα διδασκαλίας, με προσδοκώμενες μηνιαίες αποδοχές την αξία ενός ζευγαριού γόβες από αυτές που στη συνέχεια θα κοσμούν συχνά τα κομψά πόδια της.
Η Ε. είναι το τυπικό κορίτσι μιας μεσοαστικής οικογένειας με ρίζες από τον Πόντο και την Κωνσταντινούπολη που οι συγκυρίες την προσγείωσαν σε γειτονιά της Αθήνας. Ο πατέρας της, υπάλληλος τράπεζας, και η μητέρα της, καθηγήτρια απόφοιτος της Φιλοσοφικής, τα έφερναν βόλτα με δύο μισθούς για να μεγαλώσουν εκείνη και τον μεγαλύτερο αδερφό της, σε μια εποχή που ανέτειλαν ο υπέρμετρος καταναλωτισμός, οι υψηλές προσδοκίες της καλής ζωής, τα status symbols, οι πιστωτικές κάρτες, το lifestyle και τα περιοδικά του, η ιδιωτική τηλεόραση.
Η Ε. δεν το είχε με τις σπουδές. Μόλις τελειώνει το σχολείο κι έχοντας αντίστοιχα ολοκληρώσει τις σπουδές μπαλέτου, οι ευκαιριακές δουλειές για να ενισχύσει το χαρτζιλίκι της είναι απλά ένα βήμα προτού ενταχθεί σε αυτό που πραγματικά την ενδιαφέρει: τη σόουμπιζ. Είναι όμορφη, οι σωματικές της αναλογίες είναι ιδανικές για τον χώρο του μόντελινγκ, της το λένε όλοι, το βλέπει και μόνη της στον καθρέφτη, το βλέπουν και όσοι τη χαζεύουν να διασχίζει τους δρόμους. Είναι εύκολο για εκείνη να δουλέψει σε καφέ μπαρ – είναι άλλωστε και επιτακτική οικογενειακή ανάγκη.
Σύντομα η Ε. θα ενταχθεί σε πρακτορείο μοντέλων και θα στείλει το book της για συμμετοχή σε τηλεοπτικές εκπομπές παντού. Και τα καταφέρνει. Χωρίς να κάνει ακόμα ιδιαίτερο μπαμ με το όνομά της, παίρνει το τηλεοπτικό βάπτισμα και είναι πανευτυχής. Ο κύκλος των γνωριμιών της ανοίγει, γνωρίζεται με σχεδιαστές και στυλίστες, αποκτά φιλίες με άλλα μοντέλα της εποχής, κάνει αρπαχτές στην επαρχία. Αυτή είναι, όμως, και η άλλη πλευρά της δουλειάς του μόντελινγκ, λιγότερο λαμπερή και γκλαμ από εκείνη που απεικονίζεται στα περιοδικά της εποχής, αλλά είναι και τα λεφτά καλά. Και εύκολα. Το κάνουν όλες, το κάνει κι εκείνη. Ναρκωτικά, έξαλλα πάρτυ με άφθονο σεξ, γκέι και στρέιτ παρέα με νεαρά μοντέλα που ζουν οργιώδεις νύχτες γεμάτες υποσχέσεις καριέρας πάνω από βουναλάκια κοκαΐνης είναι το σκηνικό για το οποίο σύντομα θα γίνει και η ίδια αυτόπτης μάρτυρας.
Η νικηφόρα συμμετοχή της σε κάποια καλλιστεία ανεβάζει το κασέ της, εκτοξεύει την αναγνωρισιμότητά της, αυξάνει τις προτάσεις για δουλειές, που τώρα πέφτουν βροχή. Είναι και η εποχή τέτοια αφού ο χώρος του μόντελινγκ είναι ο πλέον προβεβλημένος στα περιοδικά lifestyle και η ιδιότητα του εστεμμένου μοντέλου είναι ένας βαρύγδουπος τίτλος που εξαργυρώνεται με το αζημίωτο. Η Ε. ζει μεγάλες στιγμές. Ταξίδια, φωτογραφήσεις, πάρτυ σε κοσμικά στέκια, κλάμπινγκ και διασκέδαση μέχρι τα ξημερώματα, γνωριμίες με καναλάρχες, γόνους εφοπλιστών και ανθρώπους- κλειδιά της νύχτας που της εξασφαλίζουν πρώτα τραπέζια και θεαματική υποδοχή.
Ο στόχος της, να αποκτήσει δική της εκπομπή σε κάποιο μεγάλο κανάλι, δεν έχει ακόμα επιτευχθεί. Εχει καταφέρει, όμως, να συνάψει στενή σχέση με έναν καναλάρχη που της έχει προς στιγμήν εξασφαλίσει συμμετοχή σε κάποια εκπομπή με μισθό 800 ευρώ τον μήνα. Αλλη θα πέταγε τη σκούφια της, αλλά όχι η Ε. Εκείνη είχε μεγάλες βλέψεις. Ηθελε να γίνει σταρ. Ηθελε να γίνει Μενεγάκη. Το ήθελε τόσο πολύ που τα έκανε μαντάρα και στα προσωπικά της μπλέκοντας ταυτόχρονα, ή περίπου ταυτόχρονα, με τέσσερις εραστές – ο καθένας εξυπηρετούσε κι έναν σκοπό.
Και χάρη σε αυτό το μπλέξιμο θα γνωρίσει τον άνδρα ο οποίος σύντομα θα αποτελέσει το νέο κεφάλαιο της ζωής της – το μεγαλύτερο μέχρι και σήμερα. Μεσολαβητής για το ραντεβού προκειμένου να λυθεί το μπλέξιμο είναι ένας γνωστός μετρ νυχτερινού κέντρου με τον οποίο η Ε. είχε διετή σχέση. Ο λόγος της συνάντησης ήταν η εξύβριση και ο ξυλοδαρμός της με παράλληλη ολοκληρωτική καταστροφή του αυτοκινήτου της -ένα Peugeot 206- από έναν από τους τέσσερις ύστερα από επεισοδιακή καταδίωξη.
Σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, βγήκε εκτός εαυτού επειδή εκείνη τον έβρισε χυδαία όταν ανακάλυψε τις παράλληλες ερωτικές της σχέσεις τόσο με τον μετρ όσο και με τον ιδιοκτήτη της καφετέριας στην οποία και εκείνη δούλευε κάποτε, αλλά και με τον καναλάρχη που της έκοβε το μηνιαίο εισόδημα των 800 ευρώ.
Φυσικά η Ε. διέψευδε κατηγορηματικά όσα της καταλόγιζε ο εραστής της, ενώ το προφίλ που παρουσιάζει με πειστικότατο τρόπο στον μεσολαβητή επαγγελματία είναι εκείνο μιας ευυπόληπτης νεαρής κοπέλας, πρώην χορεύτριας κλασικού μπαλέτου, η οποία αδυνατώντας να βρει δουλειά στον χώρο της ή σε κάποιον άλλο ελλείψει πτυχίων, έγινε μοντέλο για να βγάλει τα προς τα ζην, που δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητα. Ανέφερε, επίσης, ότι ουδέποτε άνηκε στην κατηγορία των μοντέλων που έκαναν γυμνές φωτογραφήσεις, αφού κάτι τέτοιο ήταν αντίθετο με τις αρχές της, προερχόμενη από μια οικογένεια με πατέρα διευθυντή τράπεζας, μητέρα καθηγήτρια και αδερφό χρηματιστηριακό ανώτερο στέλεχος. Με τούτα και με κείνα, η σχέση που αναπτύσσει με τον γνωστό επαγγελματία σύντομα ξεπερνά την επαγγελματική μορφή και εξελίσσεται σε συναισθηματική.
 
Οι δυο τους γευματίζουν κάποια μεσημέρια, με εκείνη να διηγείται την καθημερινότητα της δουλειάς της που συχνά την έφερνε αντιμέτωπη με δυσάρεστες καταστάσεις – περίεργα κυκλώματα ναρκωτικών, οργίων, αδηφάγων γκέι σχεδιαστών και πεινασμένων για φρέσκια σάρκα επαρχιωτών κατά τις εξορμήσεις της στα κλαμπ της ελληνικής υπαίθρου.
Σκηνικά που την είχαν πια κουράσει, αν όχι αηδιάσει – ή τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν σε εκείνες τις τετ α τετ συζητήσεις.
Το αθώο φλερτ έγινε έρωτας, και μάλιστα σφοδρός, οι συναντήσεις τους καθημερινές και η συγκατοίκηση ήρθε μόλις 20 μέρες μετά τη γνωριμία τους.
Αν και η Ε. μόλις πριν από λίγες ημέρες είχε αφήσει το πατρικό της σπίτι νοικιάζοντας ένα μικρό διαμέρισμα 40 τ.μ., η προοπτική να μετακομίσει στο παραλιακό σπίτι του στα νότια προάστια της φάνηκε σαφώς πιο δελεαστική.
Το πρώτο διάστημα όλα είναι, ή τουλάχιστον φαίνονται, τέλεια.
Το ζευγάρι γευματίζει καθημερινά μαζί τα μεσημέρια, εκείνη του κάνει εκπλήξεις εμφανιζόμενη στη δουλειά του, είναι ήρεμη και συντροφική, συμμετέχει και συμπαρίσταται στη ζωή του, κόβει ακόμα και το τσιγάρο αφού εκείνος είναι φανατικός αντικαπνιστής.
 
Κάποια στιγμή του λέει ότι αντιμετωπίζει σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα επειδή οι γονείς και ο αδερφός της αντιδρούν που συζεί με έναν άνθρωπο χωρίς να είναι παντρεμένοι και ότι μόλις τη βαρεθεί θα την εγκαταλείψει εκμεταλλευόμενος την ομορφιά και τα νιάτα της. Εμμέσως πλην σαφώς, θέλει να της ξεκαθαρίσει ποιες είναι οι προοπτικές της σχέσης τους, αν έχει μέλλον, δηλαδή γάμο.
Εκείνος είναι πολύ ερωτευμένος μαζί της αλλά προβληματίζεται. Εχουν σχεδόν 25 χρόνια διαφορά ηλικίας. Ο τρόπος ζωής του απαιτεί σκληρά ωράρια και συχνές απουσίες και σίγουρα είναι πολύ διαφορετικός από εκείνον ενός μοντέλου που πρέπει να κάνει δημόσιες σχέσεις, να βγαίνει αργά τη νύχτα στα κλαμπ και τα κοσμικά στέκια και να επιστρέφει στο σπίτι την ώρα που εκείνος έχει βάλει το κοστούμι για να πάει στο δικαστήριο.
Τον διαβεβαιώνει ότι δεν την ενδιαφέρει πια το μόντελινγκ. Οτι έχει μπουχτίσει από όλες αυτές τις ιστορίες που συμβαίνουν σε άλλα μοντέλα που καταρρέουν στην πασαρέλα από τις κόκες ή για εκείνα που αναγκάζονται σχεδόν να συμμετέχουν σε όργια για να μην τις αποκλείσουν από δουλειές. Και ότι θέλει να κάνει μαζί του οικογένεια, αφού έτσι έχει μεγαλώσει, προερχόμενη από δύο αγαπημένους γονείς κι έναν συμπαραστάτη αδερφό.
Κι ότι εντέλει είναι σφόδρα ερωτευμένη μαζί του και θέλει να μοιραστεί τη ζωή της με κείνον. Και όσο για τη διαφορά ηλικίας, εκείνος είναι αθλητικός τύπος, προσέχει τον εαυτό του και φαίνεται νεότερος. Αυτά που ακούει τον κολακεύουν, είναι όσα θέλει να ακούσει ένας ερωτευμένος άνθρωπος πριν κάνει το επόμενο βήμα, τον γάμο. Το σκέφτεται πια πολύ σοβαρά αλλά ζητά και τη γνώμη κάποιων ανθρώπων που εμπιστεύεται πολύ. Η πιστή γραμματέας του τον ενθαρρύνει.
Δεν ισχύει το ίδιο με κάποιον φίλο του εκδότη, ο οποίος του κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και ούτε λίγο ούτε πολύ του μιλάει για τη σχέση της με κάποιον καναλάρχη, η οποία βασίζεται ουσιαστικά και μόνο στην επιδίωξή της να εξασφαλίσει δική της εκπομπή με συνεχείς πιέσεις: «Πρόσεχέ την. Την ξέρω χρόνια. Αυτή το μόνο που θέλει είναι να γίνει Μενεγάκη», είναι η επωδός του.
Προτίμησε να μην τον ακούσει. Μόλις σε τέσσερις μήνες μετά τη γνωριμία τους θα παντρευτούν μεγαλοπρεπώς εν μέσω φίλων αλλά και εξεχουσών προσωπικοτήτων, από τον χώρο της πολιτικής αλλά και των δικαστηρίων. Κι εκεί, μέσα στην εκκλησία, την ώρα του χαιρετισμού με το ζευγάρι να στέκεται δεχόμενο ευχές και ασπασμούς από χίλιους και βάλε καλεσμένους, εκείνη ασφυκτιά. Δεν αντέχει άλλο τις χαιρετούρες και την ορθοστασία κάτω από τα έντονα φώτα των πολυελαίων και του λέει ενώπιον ενός δικαστή ότι θα κάνει τάχα μου ότι λιποθυμάει προκειμένου να αποφύγει το μαρτύριο. Και σαν μην έφτανε αυτό, όταν μέσα στον συνωστισμό ο δικαστής την ακουμπάει κατά λάθος, εκείνη ξεσπά λέγοντάς του εκνευρισμένη και στον ενικό: «Πρόσεχε, ρε άνθρωπέ με, μου πατάς το νυφικό!».
Ο σύζυγος πλέον θέλει να ανοίξει η γη να τον καταπιεί, αλλά τη δικαιολογεί λόγω της πολυκοσμίας που προκαλεί συνήθως εκνευρισμό σε μια νύφη η οποία έχει όλα τα φώτα στραμμένα πάνω της. Είναι όμως σημάδι της οξύθυμης πλευράς του χαρακτήρα της την οποία μέχρι πρόσφατα δεν είχε αντιμετωπίσει. Ενα σημάδι που δεν του αρέσει αλλά προτιμά να μη λάβει υπόψη του σε μια τέτοια τουλάχιστον μέρα ευτυχίας. Το ταξίδι του μέλιτος δεν εξελίσσεται όπως θα το ήθελαν. Το ξενοδοχείο που έχει κλείσει ως έκπληξη σε ένα μικρό χωριό δίπλα από το Γκστάαντ της Ελβετίας δεν της αρέσει καθόλου. Δεν της αρέσει το χωριό, δεν της αρέσει το ξενοδοχείο, δεν της αρέσει καν το δωμάτιο. Μέσα στη νύχτα, εκείνος αναγκάζεται να οδηγήσει με προορισμό το Μιλάνο, που είναι σαφώς περισσότερο του γούστου της.
Με την επιστροφή τους στην Αθήνα, οι δυσάρεστες εκπλήξεις για εκείνον διαδέχονται η μία την άλλη. Το διαμέρισμα πάνω στην παραλιακή του Παλαιού Φαλήρου είναι κατά τη γνώμη της παλιομοδίτικο και γεροντίστικο και χρήζει άμεσης ανακαίνισης. Εκείνος αντιδρά αφού αφενός διαφωνεί με την άποψή της θεωρώντας ότι το σπίτι είναι εξαιρετικού γούστου και διακόσμησης, αφετέρου δεν θέλει χειμωνιάτικα να διαταράξει την καθημερινότητά του με το φουλ πιεστικό επαγγελματικό πρόγραμμα βάζοντας επιπλέον στην ατζέντα και μια εκ βάθρων ανακαίνιση στο σπίτι του. Εκείνη επιμένει εμμονικά, του λέει ότι δεν αντέχει λεπτό να μένει σε αυτό το σπίτι και τα μούτρα είναι καθημερινά. Το κλίμα δεν είναι καλό μέχρι που αναγκάζεται να της υποσχεθεί ότι θα ανακαινίσουν το σπίτι το Πάσχα.
Ταυτόχρονα μαθαίνει ότι εκείνη έχει απλήρωτες δόσεις στο ΤΕΒΕ, αλλά και στο αυτοκίνητό της, το οποίο πληρώνει αδιαμαρτύρητα, χωρίς όμως να δει από τη μεριά της ένδειξη ευγνωμοσύνης, ένα έστω ευχαριστώ. Οι επόμενες αποκαλύψεις θα είναι, όμως, για εκείνον σαφώς πιο τρανταχτές. Ενας πολύ γνωστός επιχειρηματίας νυχτερινών κέντρων θα του αποκαλύψει ότι η εικόνα της τακτοποιημένης οικογένειας της συζύγου του δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα και η απόκρυψη των πραγματικών δραστηριοτήτων των μελών της τον ταράζουν και τον βάζουν για πρώτη φορά σε σκέψεις για τους πραγματικούς λόγους πίσω από την παραποιημένη αλήθεια. Παρ’ όλα αυτά, είναι αργά πια αφού ήδη έχει παντρευτεί και μάλιστα μόλις πριν λίγους μήνες, όντας μάλιστα βαθιά ερωτευμένος.
Το Πάσχα έρχεται και η ανακαίνιση του σπιτιού μπαίνει μπρος όπως είχε συμφωνηθεί αφού εκείνη δεν το έχει βγάλει λεπτό από το μυαλό της. Ο αδερφός του, άνεργος εκείνη την περίοδο μετά από άδοξη κατάληξη κάποιας επιχείρησής του, προσφέρεται να βοηθήσει στην ανακατασκευή του διαμερίσματος, με τον ίδιο να δέχεται πρόθυμα την προσφορά του. Δεν ισχύει το ίδιο και για την Ε. που τον βλέπει ως εμπόδιο στα σχέδιά της να κάνει το σπίτι όπως το θέλει και με όποιο κόστος, χωρίς κανείς να τη φρενάρει.
Στους τρεις μήνες που διήρκεσε η ανακαίνιση, οι προστριβές μεταξύ τους είναι καθημερινές αφού εκείνη θέλει να έχει την πλήρη ελευθερία διαχείρισης των χρημάτων – από τα υδραυλικά και τα κουφώματα μέχρι τα έπιπλα. Οταν ο αδερφός του πληροφορείται ότι πετάει τα παλιά έπιπλα στα σκουπίδια έχοντας ήδη παραγγείλει άλλα πανάκριβα κατευθείαν από γνωστούς ιταλικούς οίκους διαμαρτύρεται έντονα μιλώντας για έλλειψη σεβασμού στον κόπο της δουλειάς του άνδρα της και ότι θα τον ενημερώσει σχετικώς. Εκείνη, σε έξαλλη κατάσταση, τον στολίζει με χοντρές βρισιές ενώ για το περιστατικό ενημερώνεται άμεσα και ο σύζυγός της από τον αδερφό του, ο οποίος του ανακοινώνει ότι δεν θέλει να έχει την παραμικρή επαφή μαζί της.


 

 
Στο δε σπίτι όλα είχαν προβλεφθεί πλην ενός: της τραπεζαρίας, την ύπαρξη της οποίας η ίδια θεωρούσε απολύτως περιττή αφού δεν προτίθετο να μαγειρεύει ούτε για τα σόγια τους ούτε για κανέναν. Κάτι που του δήλωσε κατηγορηματικά όταν εκείνος απαίτησε την ύπαρξη ενός μεγάλου τραπεζιού. Τα τραπεζώματα δεν είναι στην ατζέντα του νεόκοπου ζευγαριού. Η Ε. θέλει να δειπνεί έξω, να τη σερβίρουν, να συναντά κόσμο και να βλέπει τους φίλους της, αλλά όχι να στήνει τραπέζια, να μαγειρεύει και να περιποιείται καλεσμένους. Το έκανε μία φορά στην πρώτη επέτειο του γάμου τους με καλεσμένους τους κουμπάρους και φίλους τους, οργανώνοντας έναν ακριβό κέτερινγκ, προβλέποντας μέχρι και το κρασί. Και δεν θα το ξανακάνει. Τα περιστατικά των προστριβών και των μικρών και μεγαλύτερων αποκαλύψεων είναι συχνά, ενίοτε καταλήγουν και σε έντονες διαμάχες. Ο τσακωμός της συζύγου του με τον αδερφό του τον έχει ταράξει πολύ θεωρώντας τη συμπεριφορά της ανάγωγη και ασεβή, ενώ εκείνη από την πλευρά της πιστεύει ότι θέλει να τη χειραγωγήσει και να την εγκλωβίσει σε ένα ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον που δεν της αφήνει καμία ελευθερία κινήσεων όπως είχε μάθει μέχρι πρόσφατα.
Πίστευε επίσης ότι, εφόσον ο άνδρας της είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, θα μπορούσε να ξοδεύει όσα ήθελε χωρίς να την ελέγχει ή τουλάχιστον όχι τόσο πολύ. Λίγο μετά τον γάμο τους, εκείνος της είχε ανοίξει έναν τραπεζικό λογαριασμό και της είχε παραχωρήσει μια πιστωτική κάρτα για να κάνει τις αγορές της. Μόνο που κάποια στιγμή ένας υπάλληλος της τράπεζας επικοινωνεί με τη γραμματέα του γραφείου του και την ενημερώνει ότι η πιστωτική κάρτα της συζύγου του έχει χρεωθεί με αγορές 30.000 ευρώ μέσα σε τρεις μήνες. Οταν εκείνος την καλεί να του δώσει εξηγήσεις, η απάντηση που εισπράττει είναι ενδεικτική του τρόπου που εκείνη αντιλαμβάνεται τον ρόλο της ως συζύγου ενός ευκατάστατου επαγγελματία -κατά τη γνώμη της- κροίσου: «Και τι είναι 30 ψωροχιλιάρικα για σένα;»: Κροίσος-ξεκροίσος, το θέμα είναι ότι οι αλόγιστες σπατάλες ποτέ δεν ήταν στο μενού της συμπεριφοράς του συζύγου της, ο οποίος ως αυτοδημιούργητος είχε μάθει να εκτιμά και το παραμικρό ευρώ – άσχετα αν στο γκαράζ του βρίσκονταν ως τρόπαια από την εργένικη ζωή του μια Ferrari, μια Porsche, ένα πολυτελές τζιπ κι ένα κάμπριο Mini Cooper.
Τα χρήματα τελικά θα είναι ζήτημα μεταξύ τους αφού εκείνος απεχθάνεται τις σπατάλες και εκείνη την απουσία τους. Το περιστατικό προσπερνιέται αφού η κυρία Ε. είναι έγκυος στο πρώτο τους παιδί και η αναμονή του πολυπόθητου γιου σκεπάζει τα δυσάρεστα συμβάντα της καθημερινότητας. Το ζευγάρι κάνει διακοπές στο σπίτι του επαγγελματία στη Μύκονο και λίγο μετά την επιστροφή τους στην Αθήνα εκείνος αποφασίζει να προσλάβει ως διευθυντή στο γραφείο του τον άνεργο ακόμα αδερφό του. Η είδηση τη θορυβεί. «Και γιατί να τον προσλάβεις; Και τι μισθό θα του δίνεις; Και τι αρμοδιότητες θα του δώσεις; Και με τι προσόντα θα διαχειρίζεται το γραφείο ένας άνθρωπος με απολυτήριο λυκείου; Και πώς με την εμφάνιση και το στυλ που έχει θα ταιριάζει με ένα διακεκριμένο γραφείο;» είναι οι καθημερινές κουβέντες που του ανοίγει, ενώ προσπαθεί να τον πείσει να προσλάβει στη θέση του τον πατέρα της, ο οποίος αφενός έχει λογιστικές γνώσεις, αφετέρου έχει και το ανάλογο ευπρεπές παρουσιαστικό ώστε να σταθεί επάξια σε έναν χώρο επανδρωμένο με επιστήμονες.

Οι συζητήσεις και η γκρίνια είναι συνεχείς ώσπου τα Χριστούγεννα εκείνη αρνείται να τον συνοδεύσει στην καθιερωμένη οικογενειακή συνάντηση με τους γονείς του, τον αδερφό του και τη δική του οικογένεια, αφού δεν ήθελε να δει τον κουνιάδο της ούτε ζωγραφιστό. Η μέρα της γιορτής του πεθερού της και το γεγονός ότι ο σύζυγός της το είχε αυστηρή παράδοση με τον αδερφό του να δίνουν πάντα το «παρών» σε αυτό το ετήσιο οικογενειακό τραπέζι διόλου κάμπτουν την απόφασή της, με αποτέλεσμα τα πρώτα Χριστούγεννα να τα γιορτάσει χωρίς την παρουσία της. Επίσημη δικαιολογία στους οικείους του η εγκυμοσύνη της και οι δυσάρεστες ενοχλήσεις που τη δυσκολεύουν στις μετακινήσεις. Ο ίδιος αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι τόσο εκείνη όσο και η οικογένειά της επιδιώκουν την αποξένωση από τη δική του οικογένεια και τον έλεγχο των οικονομικών του. Η Ε. όμως θεωρεί ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο: δικός του στόχος είναι η απόλυτη εξάρτησή της από τον ίδιο και την οικονομική του δύναμη, την οποία θα απολαμβάνει εφόσον συμμορφώνεται «εις τας υποδείξεις».

Το παιδί ήρθε αλλά αντί να γλυκάνει την ατμόσφαιρα, όπως αναμενόταν, η κατάσταση επιδεινώνεται αφού γεννιούνται νέες ευθύνες και οι απόψεις για τον τρόπο ανάληψής τους μεταξύ του ζεύγους διίστανται. Τα ξενύχτια στο πλάι του, η διατροφή του, η συνεχής φροντίδα που απαιτεί ένα μωρό αλλάζουν τον τρόπο ζωής της. Ολα της φαίνονται βουνό συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα ότι δεν είναι πια μόνη και ανέμελη, αλλά σύζυγος και κυρίως μητέρα. Του ζητάει επίμονα βοήθεια, να προσλάβουν μια ειδική βρεφοκόμο, κάτι που τελικά γίνεται για τους πρώτους μήνες προκειμένου να το επιβλέπει αδιαλείπτως, με τον όρο η μητέρα να αναλάβει τον θηλασμό του μωρού. Οι διαφορετικές αντιλήψεις τους στο ζήτημα της φροντίδας του είναι συνεχές σημείο προστριβής. Εκείνος, ως παραδοσιακός, θεωρεί ότι μια μητέρα και σύζυγος, εφόσον δεν δουλεύει, αφοσιώνεται πλήρως στην οικογένειά της -όπως άλλωστε του είχε δηλώσει κι εκείνη πριν από τον γάμο τους- με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Το σίγουρο είναι ότι η νεαρή μητέρα δεν έβρισκε τον λόγο γιατί να μην έχει κάποια βοήθεια από τρίτο πρόσωπο εφόσον ο άνδρας της μπορούσε οικονομικά να το καλύψει.
Είναι νέα, όμορφη, παντρεμένη με έναν οικονομικά εύρωστο άνδρα, αρκετά μεγαλύτερό της, που θα πρέπει να καλύπτει τις ανάγκες της. Ετσι το βλέπει, και αυτό απαιτεί. Ανάγκες όμως έχει κι εκείνος και όσο προχωράει ο γάμος τους νιώθει ότι πια δεν τις καλύπτει η σύντροφός του. Τα πρωινά δεν σηκώνεται μαζί του να πιουν έναν καφέ μαζί προτού εκείνος ξεκινήσει για το γραφείο. Τα μεσημέρια δεν επιδιώκει, όπως κάποτε, να γευματίσουν έξω συντροφιά. Εκείνος νιώθει ότι δουλεύει και ζει για να καλύπτει ένα καινούριο θέλω της. Εκείνη νιώθει εγκλωβισμένη, μόνη στο σπίτι, χωρίς δουλειά, χωρίς δραστηριότητες, χωρίς φλας. Δεν είναι η Ε., το κορίτσι που ποζάρει, γλεντάει, ξενυχτάει και κάνει ό,τι θέλει. Δεν είχε φανταστεί έτσι τον νέο τρόπο ζωής της. Και πνίγεται. Και η γκρίνια δεν έχει τελειωμό. Λίγους μήνες μετά τον ερχομό του παιδιού κι εφόσον ο πατέρας της δεν έχει αντικαταστήσει τον αδερφό του άντρα της στο γραφείο του, του ζητάει επίμονα και επιτακτικά να αναλάβει η ίδια τη θέση με τη δικαιολογία ότι έχει αρκετό χρόνο στη διάθεσή της και κάτι πρέπει να κάνει.
Εκείνος αντιστέκεται σφόδρα. Δεδομένου ότι το πείραμα με τον αδερφό του δεν πέτυχε, οι πιθανότητες να αποτύχει σφόδρα και με τη σύζυγό του είναι ακόμα πιο ισχυρές. Τελικά βρίσκεται μια λύση αφού η επιμονή της είναι τεράστια και ο αδερφός του ακόμα άνεργος: να ιδρύσουν μια τουριστική επιχείρηση που να στεγάζεται στον ίδιο χώρο με το δικό του γραφείο. Οσο για το παιδί και τον φόβο να χάσει την επαφή με την ελληνική γλώσσα λόγω της γεωργιανής οικιακής βοηθού, να προσληφθεί μια ειδική παιδαγωγός που θα αναλάβει τη φροντίδα του όσο η μητέρα θα λείπει από το σπίτι. Η τουριστική επιχείρηση θα εκμεταλλευόταν ταυτόχρονα και το σπίτι στη Μύκονο ώστε να αποφέρει επιπλέον έσοδα, ενώ με δάνειο θα αγόραζαν επαγγελματικό σκάφος το οποίο θα ανακατασκεύαζαν προκειμένου να το ναυλώνουν.
Η επιχείρηση συστάθηκε, το δάνειο των 520.000 δολαρίων για την αγορά του σκάφους ελήφθη και ακολούθησε ένα δεύτερο 180.000 για την επισκευή του. Μόνο που μετά από 15 μέρες η εριστική της συμπεριφορά, που συχνά είχε ως αποδέκτες και τα μέλη του γραφείου του, αλλά και το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ εκείνης και του αδερφού του οδήγησαν στην αποχώρησή της από την εταιρεία και στο «τουριστικό» ναυάγιο. Αυτή τη φορά η απαίτησή της να απολυθεί η πιστή γραμματέας του με την οποία ήρθε σε προστριβή δεν θα τεθεί σε εφαρμογή κι ας προκληθεί μεγάλο οικονομικό φιάσκο. Πίσω στο σπίτι ξανά.  


 

 
Η επιστροφή στο σπίτι κάθε άλλο παρά σήμαινε εγκατάλειψη δραστηριοτήτων. Η κυρία Ε. θέλει να κάνει τη δική της δουλειά. Με κάποιον τρόπο θέλει πάλι να εμπλακεί στα «πράγματα», σε αυτά που ξέρει. Και αυτά που ξέρει είναι τα σχετικά με τη σόουμπιζ, ή έτσι νομίζει. Αυτή τη φορά ανακοινώνει ότι θέλει να κάνει μαθήματα δημοσιογραφίας. Εκείνος πάλι αντιδρά αλλά προκειμένου να διαλύσει την οικογένεια δέχεται να της πληρώσει τα δίδακτρα στη σχολή Didacta, όπου φοιτά από τις 12 το μεσημέρι μέχρι το απόγευμα. Συγχρόνως ξεκινά μαθήματα τένις και κάποια απογεύματα μετά τη σχολή συναντιέται με τον προσωπικό της προπονητή και εντρυφεί στο άθλημα για να φτιάξει το σώμα της μετά την εγκυμοσύνη. Συγχρόνως απαιτεί να της αγοράσει τζιπ μεγάλου κυβισμού, ένα Cherokee 35.000 ευρώ, προκειμένου να μεταφέρει το παιδί τους, την οικιακή βοηθό και την παιδαγωγό αντικαθιστώντας επιτέλους εκείνο το παλιό Peugeot. Θέλει επίσης να βλέπει και τις φίλες της, κάποια μοντέλα με τα οποία εξακολουθεί συχνά πυκνά να έχει επαφές και να συναντιούνται στα καφέ της Γλυφάδας προτού ο σύζυγός της επιστρέψει νωρίς το βράδυ στο σπίτι.
Το καθημερινό της πρόγραμμα τον εξαγριώνει. Και κυρίως το γεγονός ότι, κατά τη γνώμη του, το παιδί βλέπει περισσότερο την οικιακή βοηθό απ’ ό,τι τη μητέρα του, που προτιμά να τρέχει στα αμφίβολης πρακτικότητας μαθήματα δημοσιογραφίας, στα τένις και στα καφέ με τις φίλες της αντί να μεγαλώνει μόνη το παιδί της και να σηκώνεται νωρίς το πρωί να πίνει καφέ συντροφιά με τον άντρα της. Οι προστριβές είναι στο καθημερινό μενού, ενώ οι συχνές αγορές της με αντίστοιχες χρεώσεις των πιστωτικών καρτών καθόλου δεν διευκολύνουν την κατάσταση. Παρ’ όλα αυτά, η ζωή τους πορεύεται, αν και με προβλήματα, καθώς κανείς από τους δύο -ο καθένας για τους δικούς του λόγους- δεν θέλει να σκεφτεί προς στιγμή τη διάλυση του γάμου. Τα βράδια το ζευγάρι δειπνεί σχεδόν καθημερινά έξω, κάθε Παρασκευή πηγαίνουν στο σπίτι του στον Παρνασσό με την οικιακή βοηθό και επιστρέφουν Κυριακή μεσημέρι, ενώ τα καλοκαίρια πηγαίνουν στο σπίτι της Μυκόνου, ή κάνουν τριήμερες αποδράσεις με το σκάφος.
Επίσης, αφού το διαμέρισμα του Παλαιού Φαλήρου δεν την ικανοποιεί καθόλου πια, εκείνος αναγκάζεται να το πουλήσει και να αγοράσει αγροτεμάχιο στη Βούλα. Μην έχοντας ρευστότητα αρκετή για να το ανοικοδομήσει αφού έχει προβεί και σε κάποιες άλλες αγορές ακινήτων στο κέντρο της Αθήνας, η οικογένεια θα νοικιάσει διαμέρισμα στο Πανόραμα της Βούλας όπου θα παραμείνει μέχρι το 2007. Τότε θα μετακομίσει ξανά σε νοικιασμένο διαμέρισμα στη Βουλιαγμένη αφού ακόμα δεν έχει καταφέρει εκείνος να χτίσει το δικό τους. Τα δάνεια τρέχουν για διάφορα ακίνητα, ενώ ταυτόχρονα η γνωριμία της με τη σύζυγο ενός κατασκευαστή στην Αράχοβα και προσωπική του φίλη θα της βάλει την ιδέα να πουλήσουν άμεσα το παλιό του σπίτι, το οποίο, κατά τη γνώμη της, ήταν υπόγειο και ανεπαρκές, και να αποκτήσουν ένα καινούριο στην Αγόριανη.
Η επιμονή της είναι για άλλη μια φορά έντονη. Στα επιχειρήματά του ότι δεν αρκεί να πουλήσει το παλιό αφού θα πρέπει ή να πάρει νέο δάνειο ή να ρευστοποιήσει και το συγκρότημα γραφείων που διαθέτει, εκείνη παραμένει άκαμπτη. Τελικά θα το κάνει αφήνοντας όλη την επιμέλεια της κατασκευής και της επίπλωσής του πάνω του, δημιουργώντας επιπλέον προστριβές μεταξύ τους. Εκείνη είχε το επιχείρημα ότι δεν είχε χρόνο λόγω των μαθημάτων δημοσιογραφίας, προβάλλοντας ως στόχο της τη μελλοντική ενασχόλησή της με τη δημοσιογραφία. Ο στόχος της, όμως, φαίνεται να είναι πάντα εκείνος που είχε πολύ πριν παντρευτεί: καριέρα στην τηλεόραση.

Τα επαγγελματικά του ταξίδια ήταν ρουτίνα στην κοινή τους ζωή. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που είναι και για εκείνη μια ευκαιρία -μόλις κοιμηθούν τα παιδιά- να κανονίζει νυχτερινές εξόδους με την καινούρια της φίλη – και κακή επιρροή, κατά τη γνώμη του, για εκείνη και για τον γάμο τους. Γνωστά στέκια της Γλυφάδας και του Κολωνακίου γίνονται οι δικές της νυχτερινές αποδράσεις, με διάφορους καλοθελητές να σπεύδουν να τον ενημερώνουν αφού τους έκανε εντύπωση να τη βλέπουν έξω τις νύχτες ασυνόδευτη, με τις φίλες της. Το «Εγκώμιον» και το «Rich» στη Γλυφάδα, το «Balthazar» και το «Central» στο Κολωνάκι είναι τα αγαπημένα της στέκια, έχοντας πάντα όμως πριν φροντίσει να τον ενημερώσει – προκαλώντας παρ’ όλα αυτά τον εκνευρισμό του, ενίοτε και την οργή του.
Οταν εκείνη μένει έγκυος στην κόρη τους, ο σύζυγος πιστεύει ότι θα αλλάξει τρόπο ζωής, θα σταματήσει να ψάχνεται από δω κι από κει, θα αραιώσει τα νυχτοπερπατήματα. Κάθε άλλο όμως. Το πρόγραμμά της σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα παραμείνει ίδιο και απαράλλαχτο, κάνοντας μόνο μια μικρή παύση μετά τη γέννα. Θα προσλάβει πάλι την ίδια βρεφοκόμο, ενώ τη θέση της Γεωργιανής οικιακής βοηθού θα πάρει μία από την Αιθιοπία, για την οποία δεν έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Με αφορμή την προετοιμασία της βάφτισης της κόρης τους, το καλοκαίρι του 2005, η «Ε» παίρνει τα παιδιά και την οικιακή βοηθό μαζί της στη Μύκονο αφήνοντάς τον μόνο στην Αθήνα. Τον εξοργίζει. Συγχρόνως φιλοξενεί την κολλητή φίλη της, μια καινούρια, και δύο άλλες ακόμα, άγνωστες σε εκείνον.
Οι εμφανίσεις της στις κοσμικές παραλίες του νησιού και οι καθημερινές διασκεδάσεις της στα νυχτερινά κλαμπ φυσικά δεν του είναι άγνωστα, αφού οι φωτογραφίες της είναι παντού, ενώ συγχρόνως δίνει και συνεντεύξεις σε μεσημεριανές εκπομπές. Οταν εκείνος εμφανίζεται τα Σαββατοκύριακα στο σπίτι τους στη Μύκονο και αντιδρά έντονα για τον τρόπο ζωής της, η απάντησή της είναι συγκεκριμένη: «Αυτός ο τρόπος ζωής μού αρέσει εμένα. Αν εσένα δεν σου αρέσει, να χωρίσουμε καλύτερα». Ο δρόμος του χωρισμού είναι το τελευταίο που θέλει να του συμβεί αφού ούτε τα παιδιά του θέλει να μεγαλώσουν χωρίς την καθημερινή παρουσία του πατέρα τους, ούτε μόνα με μια μητέρα που, κατά τη γνώμη του, δεν κάνει αρμόζοντα τρόπο ζωής. Οταν πια άρχισαν και οι δικές του καλοκαιρινές διακοπές, θεωρεί δεδομένο ότι οικογενειακώς θα μεταβούν με το σκάφος στα νησιά του Ιονίου, όπως έκανε άλλωστε πριν τη γνωρίσει, όπως κάνουν χρόνια τώρα και μετά τη γνωριμία τους. Εκείνη ανένδοτη. Θέλει να μείνει στη Μύκονο με τις φίλες της αφού εκεί περνάει καλά.
Ως κερασάκι στην τούρτα, του λέει ορθά κοφτά ότι την κουράζει να είναι 24 ώρες το 24ωρο μαζί του και σε μέρη που δεν μπορεί να κάνει δημόσιες σχέσεις, αφού στόχος της δεν είναι η δημοσιογραφία στις εφημερίδες αλλά η καριέρα στην τηλεόραση. Τα λόγια που του είχε πει κάποτε εκείνος ο φίλος του ο εκδότης, λίγο πριν αποφασίσει να την παντρευτεί, παίρνουν σάρκα και οστά: «Να την προσέχεις. Αυτή το μόνο που θέλει είναι να γίνει Μενεγάκη». Προκειμένου να μη διαλυθεί εντελώς το καλοκαίρι τους, τον βάζει να υποσχεθεί ότι μόλις γυρίσουν τον Σεπτέμβρη στην Αθήνα εκείνος θα μιλήσει σε όλους τους καναλάρχες που γνωρίζει για να την προσλάβουν σε τηλεοπτικές εκπομπές. Αυτός είναι και ο όρος της για να μπει στο σκάφος με προορισμό το Ιόνιο. Και το σκάφος θα σαλπάρει προς τα Επτάνησα, αλλά η ζωή των επιβατών του δεν κυλάει όμορφα. Εκείνη είναι συνεχώς με ένα κινητό στο χέρι μιλώντας με τις φίλες της για τα καθέκαστα της Μυκόνου και τις παρέες τους και εκείνος μόνος στην κουπαστή να αγναντεύει το πέλαγος κάνοντας ζοφερές σκέψεις για το μέλλον του γάμου του.
Με την επιστροφή τους στην Αθήνα, τα πράγματα δεν βελτιώθηκαν. Η απόφασή της να γράψει τον γιο τους σε ιδιωτικό παιδικό σταθμό, με τη φροντίδα της κόρης τους να αναλαμβάνει μια κοπέλα που γνώρισε στο βίντεο κλαμπ, ανοίγει νέο κύκλο εντάσεων και αντιπαραθέσεων. Θα περάσει το δικό της, ενώ οι συνήθειές της παραμένουν ίδιες.  Βομβαρδίζει με βιογραφικά όλα τα κανάλια προσδοκώντας σε εκπομπή. «Εγώ θέλω να γίνω σταρ στην τηλεόραση κι αν σου αρέσει. Αλλιώς σήκω και φύγε. Δεν γεννήθηκα για να σου μαγειρεύω και να σου κάνω την οικιακή βοηθό». Αυτό είναι το σάουντρακ όλου του χειμώνα. Στις αρχές της νέας χρονιάς, η κατάσταση θα χειροτερεύσει. Ο άντρας της φίλης της, την οποία φιλοξενούσε το καλοκαίρι στη Μύκονο, του προλαβαίνει τα νέα: ότι η κολλητή φίλη της κυρίας Ε. έχει εραστή έναν δικηγόρο και ότι παρακολουθώντας το τηλέφωνό της αλλά και την ίδια εξακρίβωσε ότι σχεδόν όλες είχαν εραστές και του συνιστά να προσέχει τις κινήσεις της γυναίκας του, της Ε., που κάποτε ερωτεύτηκε βαθιά. Η φίλη της θα χωρίσει και η Ε. θα είναι συνεχώς δίπλα της, πιστός της σύμμαχος και συντροφιά της στις εκδρομές, στις νυχτερινές εξόδους, στα θαλάσσια σκι.
Ο σύζυγός της δεν αντέχει άλλο αυτή την κατάσταση. Οι τσακωμοί είναι σφοδροί και καθημερινοί. Η κυρία Ε. έχει αρχίσει να κάνει στενή παρέα με νέα φίλη, επίσης με μεγάλες φιλοδοξίες για καριέρα στην τηλεόραση και, κατά την άποψή του, της φουσκώνει περαιτέρω τα μυαλά. Μέχρι που το Πάσχα θα πάρει πάλι τα παιδιά και θα πάει μόνη της στη Μύκονο. Η παρέα τους με ομοφυλόφιλους με εκκεντρική εμφάνιση -σκουλαρίκια, τατουάζ κ.τ.λ.- και ακόμα πιο εκκεντρική, κατά τις δικές του αρχές, συμπεριφορά δεν τον βρίσκει καθόλου σύμφωνο. Οταν θα βρεθεί σε ένα κάλεσμα στον Πάνορμο λόγω των γενεθλίων της νέας φίλης και θα έρθει τετ με τους γκέι φίλους, θα γίνει νέο επεισόδιο. Τα φιλιά που αντάλλασσαν εκείνοι μεταξύ τους σε συνδυασμό με χάδια στα ευαίσθητα σημεία μπροστά στα παιδιά τους τον βγάζουν εκτός εαυτού. Οι νέοι κύκλοι γνωριμιών της γυναίκας του ξεπερνούν την κοσμοθεωρία του.
Τα περιστατικά από δω και στο εξής είναι συνεχή και ολέθρια για τη σχέση τους. Εχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση και η ταχύτητα μέχρι το τέλος του γάμου τους είναι ιλιγγιώδης. Το καλοκαίρι θα αναγκαστεί να κάνει διακοπές στη Μύκονο αφού εκείνη είναι πλέον ανένδοτη να πάει οπουδήποτε αλλού και με την επιστροφή της στην Αθήνα θα γράψει την κόρη της στον ίδιο ιδιωτικό παιδικό σταθμό. Αιτία αυτή τη φορά η εταιρεία δημοσίων σχέσεων που μόλις έχει ιδρύσει με την κολλητή της. Πλέον λείπει όλη μέρα από το σπίτι για να διοργανώνει με κάθε λεπτομέρεια τα events που αναλαμβάνει, ενώ μισθώνει και γραφεία στη Γλυφάδα που πληρώνει ο σύζυγος. Συγχρόνως, για τις ανάγκες της δουλειάς, ενίοτε πρέπει να ξενυχτάει, παρούσα στις εκδηλώσεις που αναλαμβάνει, ενώ ξενυχτάει γιατί πρέπει να κάνει δημόσιες σχέσεις ή επειδή έτσι θέλει. Στο σπίτι γίνεται σκοτωμός.

Πότε την κλείνει απέξω, πότε τη βομβαρδίζει με εκατοντάδες κλήσεις μέσα στη νύχτα – τσακωμοί και βρισιές σε καθημερινή βάση σχεδόν. Μέχρι που κάποια μέρα θα τη χτυπήσει αρκετά τόσο ώστε να φύγει ξυπόλητη με κατεύθυνση το αστυνομικό τμήμα. Του έχει ήδη ανακοινώσει την απόφασή της να χωρίσουν την ημέρα της κακοποίησης. Εκείνος δεν το δέχεται. Εχει αποφασίσει για το καλό των παιδιών μέχρι τα 10 τους χρόνια να παραμείνουν μαζί. Είναι αδύνατον όμως. Ο θυμός και το μίσος τυφλώνουν και τους δύο. Εκδορές αυτή, εκδορές και αυτός, μώλωπες αυτή, μώλωπες κι αυτός. Εξώδικα, απειλές, μηνύσεις κι ένα ιδιωτικό συμφωνητικό που όμως κατά την άποψή της δεν τηρείται. Της αφήνει απλήρωτους τους λογαριασμούς, της κάνει τη ζωή δύσκολη και αλληλοαπειλούνται.

Στο γραφείο του πληρεξούσιου δικηγόρου της όπου θα συναντηθούν προκειμένου να βρεθεί μια λύση, αφού εκείνη του ζητά διατροφή 21.500 ευρώ εκτός των άλλων, εκείνος θα εμφανιστεί με ένα προσωπικό ημερολόγιο. Είναι το δικό της που βρήκε καταχωνιασμένο σε ένα συρτάρι με εσώρουχα. Ονόματα εραστών και καυτές προσωπικές στιγμές με κάθε λεπτομέρεια είναι ο άσος στο μανίκι του. Ο συμβιβασμός έρχεται σαν επακόλουθο. Θα βλέπει τα παιδιά σχεδόν καθημερινά, θα περνάει μαζί τους και διακοπές και Σαββατοκύριακα. Μένουν άλλωστε και δύο τετράγωνα μακριά του. Το 2010 το διαζύγιο θα εκδοθεί οριστικά. Κάποιες σχέσεις της θα δουν το φως της δημοσιότητας, με επιχειρηματίες οι περισσότερες, μεγαλύτερους από εκείνη, δεν έχει σημασία. Και εκείνος θα προσπαθήσει να φτιάξει την προσωπική του ζωή ξανά, κάνοντας σχέσεις σύντομες ή και μεγαλύτερες. Οι απόπειρες της να δουλέψει στην τηλεόραση δεν έχουν ακόμα ευοδωθεί.
Μέχρι και καφέ άνοιξε στο κέντρο, στην Ερμού, με φτηνά ντόνατς αλλά τα επεισόδια λόγω των πολιτικών αναταραχών επέσπευσαν το κλείσιμό του. Προς το παρόν η Ε. ασχολείται με το προσωπικό της μπλογκ δίνοντας tips μόδας και ομορφιάς. Τα τελευταία δύο χρόνια το ζευγάρι κατάφερε πάλι για χάρη των παιδιών του τουλάχιστον να έχει καλή σχέση – μέχρι και ολιγοήμερες διακοπές κάνουν όλοι μαζί οικογενειακώς. Αλλά εκείνη πάντα θα προτιμά τη Μύκονο. Στο αγαπημένο της νησί, εκεί όπου χτυπάει ο παλμός των δημοσίων σχέσεων, εκεί όπου το χρήμα ρέει άφθονο και οι καμπάνες της καλής ζωής ηχούν χαρμόσυνα. Το μέρος όπου για καλή της τύχη όλα γίνονται. Και για κακή της, όλα μαθαίνονται.