Maurizio Cattelan: «Εκκεντρικό» και «μαύρο» τo χιούμορ των Ελλήνων

05.06.2015 12:41

Ο διεθνούς φήμης γλύπτης Maurizio Cattelan, επισκέφτηκε την Αθήνα και μοιράστηκε την εμπειρία του στο Vulture του New York Magazine. Ήδη στην εισαγωγή του άρθρου του ο 55άχρονος Ιταλός δίνει το στίγμα της πολυπλοκότητας της πόλης: «Η Αθήνα είναι μία μεγαλόπολη του παράδοξου η οποία, εν μέσω τσιμέντου και άργιλου, συνδυάζει μία περασμένη ευρωπαϊκή αύρα με τη μεσογειακή ηπιότητα και ένα χάος τριτοκοσμικού τύπου».

Ο Cattelan ενδιαφέρεται, όμως, περισσότερο να διερευνήσει πόσο βαθιά τσαλαβουτάει η αθηναϊκή πραγματικότητα στην «Κρίση» που διανύει τον πέμπτο πλέον χρόνο της. Και διαπιστώνει ότι ο μύθος «φτωχοί άλλα σέξι» καταρρέει και το μόνο αντίβαρο απέναντι στις ολοένα δυσκολότερες συνθήκες διαβίωσης είναι το «εκκεντρικό» όσο και «μαύρο» χιούμορ των Ελλήνων. Ως ζωντανή απόδειξη αυτού θεωρεί τις τσάντες με λογότυπο «Fuck crisis, let’s dance» που διατίθενται στο πωλητήριο του Μουσείου Μπενάκη στην Πειραιώς. Ένα λογότυπο με διπλή λειτουργία, αφού αποτελεί τόσο μετα-σχόλιο πάνω στην εγχώρια φετιχοποίηση της ελληνικής «τραγωδίας» όσο και έμμεση καταγγελία σε όλους όσοι ρομαντικοποιούν την ελληνική πραγματικότητα από την ασφάλεια του εξωτερικού.

image

Έργο του Παναγιώτη Λουκά (φωτό: Myriam Ben Salah)

Φτάνοντας στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου, ο Cattelan παίρνει ταξί από το αεροδρόμιο, όπου και λαμβάνει μαθήματα αποφυγής των διαδηλωτών του Συντάγματος από τον λαλίστατο ταξιτζή. Κατόπιν, οδηγείται από τη Νάντια Αργυροπούλου σε μία διονυσιακή γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου, ξεναγείται στην Breeder από τη Νάντια Γεραζούνη, παρακολουθεί μία συναυλία στο Callas Studio και καταλήγει στο Six D.O.G.S. Τις επόμενες μέρες μιλάει με πλήθος ανθρώπων από τον χώρο της τέχνης, μεταξύ αυτών τον Δάκη Ιωάννου του ιδρύματος ΔΕΣΤΕ.

image

Mirage Machines του Άγγελου Πλέσσα (στην Breeder)

Ποιο είναι το απόσταγμα αυτής της επίσκεψης; Ο Cattelan αναρωτιέται αν υπάρχει πραγματικά αυτό που αποκαλούμε «τέχνη της κρίσης». Μήπως απλώς για ακόμα ένα κλισέ, μια ρομαντική προβολή του «arte povera»; Δεν μπορεί παρά να καταγράψει το οργασμικό σχεδόν ξεπέταγμα νέων χώρων τέχνης, τις άφθονες εκθέσεις που φιλοξενούνται σε κάθε πιθανό και απίθανο χώρο. Μήπως όμως αυτός ο αναβρασμός υπάγεται στη «διπλή βουλιμία» που παρατηρεί η Αργυροπούλου, το διαρκές άνοιγμα χώρων αφιερωμένων είτε στην τέχνη είτε στη γαστρονομία; Λίγοι εξ αυτών θα επιβιώσουν.

Αρκετοί θα κλείσουν, θα αλλάξουν διεύθυνση, θα μετατραπούν σε κάτι άλλο. Σε μία πόλη που όλα γίνονται με τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια και τους ελάχιστους δυνατούς πόρους, μπορεί να υπάρξει μία kunsthalle, όπως προβλέπει μισοαστειευόμενη η Γεραζούνη; Είναι η Αθήνα προορισμένη να γίνει το νέο Βερολίνο δίκην εναλλακτικότητας; Ή κι αυτό αποτελεί μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία, μία φαντασιακή κατασκευή;

Ο Cattelan διαπιστώνει άλλωστε ότι η ελληνική τέχνη εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα μεγάλα ιδρύματα με τα «ελλειπτικά ονόματα» –ΝΕΟΝ, Ωνάσης, Νιάρχος– , δηλαδή από οικογένειες που παραμένουν αλώβητες σε μεγάλο βαθμό από την κρίση. Ο καλλιτέχνης καταλήγει με μία ευχή: είθε η τέχνη να ενώσει με κάποιο τρόπο τις αντίθετες παρατάξεις.





Shortlink:

Contact us | About us | Terms & conditions | Privacy policy
Mikrometoxos 2014